Από τη στιγμή που ο Τύμβος Καστά αποκαλύφθηκε, δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως ένα μεγάλο αρχαιολογικό γεγονός. Αντιμετωπίστηκε και ως πεδίο αντιπαράθεσης, ειρωνείας, πολιτικής εκμετάλλευσης και, τελικά, απαξίωσης. Ένα μνημείο που θα έπρεπε να ενεργοποιήσει αντανακλαστικά εθνικής υπερηφάνειας, επιστημονικής σοβαρότητας και τοπικής στρατηγικής, βρέθηκε πολλές φορές στο στόχαστρο άδικων επιθέσεων, βιαστικών συμπερασμάτων και μικρόψυχων αναγνώσεων.
Αντί να υπάρξει ψυχραιμία, υπομονή και συντονισμένη προσπάθεια ανάδειξης, κυριάρχησαν συχνά δύο άκρα: από τη μια η υπερβολή και από την άλλη η συστηματική υποβάθμιση. Και ανάμεσα στα δύο χάθηκε το αυτονόητο: ότι ο Τύμβος Καστά είναι ένα μνημείο εξαιρετικής σημασίας, ανεξάρτητα από το ποιος τελικά θάφτηκε εκεί, ανεξάρτητα από τις επιμέρους χρονολογήσεις, ανεξάρτητα από τις επιστημονικές αντιπαραθέσεις.
Ιδιαίτερα προβληματική υπήρξε και η λογική του λεγόμενου «ρωμαϊκού» πορίσματος, όταν αυτό χρησιμοποιήθηκε όχι ως επιστημονική συμβολή στη συζήτηση, αλλά ως εργαλείο μείωσης της αξίας του μνημείου. Διότι άλλο πράγμα είναι να εξετάζεται σοβαρά μια φάση χρήσης, μετασκευής ή επέμβασης στα ρωμαϊκά χρόνια, και άλλο πράγμα να επιχειρείται η συνολική υποβάθμιση ενός μνημειακού συνόλου που φέρει σαφή χαρακτηριστικά υψηλής αρχιτεκτονικής, καλλιτεχνικής και συμβολικής σύλληψης. Η επιστήμη οφείλει να φωτίζει, όχι να κλείνει βιαστικά τα ερωτήματα. Οφείλει να ερευνά, όχι να απονευρώνει.
Το παράδοξο είναι ότι η μεγαλύτερη ζημιά δεν έγινε μόνο από όσους επιτέθηκαν στο μνημείο. Έγινε και από την αδυναμία της ίδιας της τοπικής κοινωνίας να το μετατρέψει σε μοχλό ανάπτυξης. Η Αμφίπολη, η Καβάλα, οι Σέρρες, το Παγγαίο, οι Φίλιπποι, ο Στρυμόνας, όλη αυτή η ιστορική γεωγραφία, θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν ενιαίο πολιτιστικό και τουριστικό άξονα διεθνούς ενδιαφέροντος. Αντί γι’ αυτό, χάθηκε πολύτιμος χρόνος.
Δεν δημιουργήθηκαν εγκαίρως οι αναγκαίες υποδομές. Δεν χτίστηκε ένα ισχυρό αφήγημα επισκεψιμότητας. Δεν οργανώθηκαν θεματικές διαδρομές, εκπαιδευτικά προγράμματα, ψηφιακές εφαρμογές, κέντρα πληροφόρησης, συνέργειες με τον τουρισμό, την εστίαση, την τοπική παραγωγή. Δεν έγινε ο Τύμβος Καστά η αφετηρία μιας νέας οικονομίας του πολιτισμού.
Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Η περιοχή δεν απειλείται μόνο από την εγκατάλειψη των μνημείων της. Απειλείται από την εγκατάλειψη του ίδιου της του εαυτού. Χάνει πληθυσμό, χάνει νέους ανθρώπους, χάνει οικονομική αυτονομία, χάνει την ικανότητα να σχεδιάζει το μέλλον της. Όταν μια κοινωνία δεν αξιοποιεί την ιστορία της, τότε άλλοι έρχονται να καλύψουν το κενό: ως επισκέπτες, ως επενδυτές, ως αγοραστές γης, ως κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις. Δεν χρειάζονται κραυγές για να περιγραφεί αυτό. Χρειάζεται επίγνωση. Η τοπική κοινωνία μεταβάλλεται ταχύτατα, δημογραφικά και οικονομικά, και η αδράνεια επιταχύνει αυτή την αλλοίωση.
Ο Τύμβος Καστά θα μπορούσε να είναι σημείο ανασύνταξης. Όχι μόνο αρχαιολογικό μνημείο, αλλά σύμβολο μιας περιοχής που ξαναβρίσκει την αυτοπεποίθησή της. Ένα μνημείο που να ενώνει την Αμφίπολη με τους Φιλίππους, το Παγγαίο με τον Στρυμόνα, τη μακεδονική ιστορία με τη σύγχρονη ανάπτυξη. Όμως για να γίνει αυτό χρειάζεται σχέδιο, πολιτική βούληση, τοπική διεκδίκηση και σοβαρότητα.
Η απαξίωση του Τύμβου Καστά δεν είναι μόνο αρχαιολογικό ζήτημα. Είναι καθρέφτης μιας ευρύτερης αδυναμίας: να αναγνωρίσουμε την αξία όσων έχουμε, πριν τα χάσουμε. Και αυτό είναι ίσως το πιο επείγον μάθημα που μας δίνει το μνημείο. Ότι οι τόποι δεν χάνονται μόνο όταν καταστρέφονται. Χάνονται και όταν οι κοινωνίες τους παύουν να πιστεύουν στη δύναμη της μνήμης τους.
Θεόδωρος Αν. Σπανέλης
















