Η αύξηση σε Καβάλα, Παγγαίο και Θάσο φέρνει την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη κοντά στην Πελοπόννησο – Ευκαιρίες, πιέσεις και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» της τουριστικής κατοικίας
Τη μεγάλη εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά και την ανάδειξη νέων τουριστικών περιοχών πέρα από τους κλασικούς προορισμούς, αποτυπώνουν τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων που δημοσίευσε η εφημερίδα «Η Καθημερινή», σε ρεπορτάζ του Γιώργου Λιάλιου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 2025 δηλώθηκαν έσοδα από βραχυχρόνιες μισθώσεις για 117.604 ακίνητα σε όλη τη χώρα. Τα περισσότερα βρίσκονται στην Αττική, με 25.994 ακίνητα, στην Κεντρική Μακεδονία με 17.748, στο Νότιο Αιγαίο με 16.100, στην Κρήτη με 12.870 και στο Ιόνιο με 11.664.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η αναφορά στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα, λόγω της αύξησης των βραχυχρόνιων μισθώσεων στην Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας —δηλαδή στους Δήμους Καβάλας, Παγγαίου και Θάσου— αλλά και στην Αλεξανδρούπολη, η Περιφέρεια ΑΜΘ προσεγγίζει πλέον την τουριστικά πολύ πιο ανεπτυγμένη Πελοπόννησο ως προς τον αριθμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η Καβάλα και η ευρύτερη περιοχή της δεν βρίσκονται απλώς στον τουριστικό χάρτη. Βρίσκονται πλέον μέσα σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η κατοικία, το εξοχικό, το διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, το σπίτι στο χωριό ή το ακίνητο κοντά στη θάλασσα μετατρέπονται σε μέρος της τουριστικής οικονομίας.
Από την εξοχική κατοικία στην τουριστική επιχείρηση
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφορά μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα ή τα διάσημα νησιά. Η «Καθημερινή» επισημαίνει ότι η διασπορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων είναι πλέον τεράστια, καθώς σε 325 από τους 332 δήμους της χώρας υπάρχει έστω ένα ακίνητο που μισθώνεται με αυτόν τον τρόπο.
Αυτό σημαίνει ότι το φαινόμενο έχει ξεφύγει από τα στενά όρια του Airbnb ως συμπληρωματικού εισοδήματος και έχει εξελιχθεί σε έναν νέο μηχανισμό τουριστικής ανάπτυξης. Στην περίπτωση της Καβάλας, η εξέλιξη αυτή έχει πολλές αναγνώσεις. Η πόλη λειτουργεί πλέον ως προορισμός city break, ως βάση για μετακινήσεις προς Θάσο, Φιλίππους, Παγγαίο και παραλίες, αλλά και ως σημείο διέλευσης και παραμονής επισκεπτών από τα Βαλκάνια.
Παράλληλα, ο Δήμος Παγγαίου διαθέτει ισχυρό παραλιακό μέτωπο, με περιοχές όπως η Νέα Πέραμος, η Ηρακλείτσα, η Κάριανη και το Οφρύνιο να έχουν έντονη εξοχική και τουριστική χρήση. Η Θάσος, από την άλλη πλευρά, αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς νησιωτικούς προορισμούς της Βόρειας Ελλάδας, όπου η βραχυχρόνια μίσθωση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική.
Στην πράξη, αυτό που άλλοτε ήταν «το σπίτι για το καλοκαίρι» ή «το πατρικό στο χωριό» μετατρέπεται σταδιακά σε τουριστικό προϊόν. Πρόκειται για έναν μετασχηματισμό που φέρνει εισόδημα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί νέα ερωτήματα για τη στέγη, τις υποδομές και τη φυσιογνωμία των τοπικών κοινωνιών.
Τα οφέλη για την τοπική οικονομία
Για περιοχές όπως η Καβάλα, το Παγγαίο και η Θάσος, η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Φέρνει επισκέπτες σε περισσότερα σημεία, ενισχύει την κατανάλωση σε εστίαση, καφέ, λιανεμπόριο και υπηρεσίες, αξιοποιεί ακίνητα που ενδεχομένως έμεναν κλειστά και δημιουργεί ένα πρόσθετο εισόδημα για ιδιοκτήτες.
Η βραχυχρόνια μίσθωση, ειδικά σε περιοχές που δεν διαθέτουν μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, μπορεί να καλύψει κενά φιλοξενίας. Σε χωριά, παραθαλάσσιους οικισμούς ή περιοχές κοντά σε αρχαιολογικούς και φυσικούς προορισμούς, μπορεί να δώσει τουριστική κίνηση εκεί όπου μέχρι σήμερα δεν υπήρχε οργανωμένη τουριστική υποδομή.
Αυτό όμως είναι και το κρίσιμο σημείο. Διότι όταν μια περιοχή αποκτά τουρισμό χωρίς να έχει προετοιμαστεί γι’ αυτόν, τότε οι ευκαιρίες συνοδεύονται από πιέσεις.
Οι πιέσεις σε στέγη, νερό, καθαριότητα και υποδομές
Στο ρεπορτάζ της «Καθημερινής» οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η μεγάλη διάχυση των βραχυχρόνιων μισθώσεων δημιουργεί ερωτήματα για την αντοχή των τοπικών κοινωνιών. Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Χάρης Κοκκώσης σημειώνει ότι από τη μια πλευρά το φαινόμενο δίνει ζωή σε περιοχές που δεν έχουν άλλες δυνατότητες, από την άλλη όμως προκαλεί πιέσεις σε περιοχές χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Το ερώτημα είναι απολύτως πρακτικό: όταν ένα μικρό χωριό ή ένας παραλιακός οικισμός αποκτά δεκάδες καταλύματα τύπου Airbnb, υπάρχουν αρκετές υποδομές; Υπάρχει νερό τους θερινούς μήνες; Υπάρχει επάρκεια στην καθαριότητα; Μπορεί ο δήμος να διαχειριστεί περισσότερα απορρίμματα; Υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό για τη φροντίδα των ακινήτων; Και, κυρίως, τι συμβαίνει με τους μόνιμους κατοίκους, τους εργαζόμενους και τους νέους που αναζητούν σπίτι για μακροχρόνια μίσθωση;
Στην Καβάλα το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η πόλη διαθέτει περιορισμένο οικιστικό απόθεμα σε συγκεκριμένες ζώνες υψηλής ζήτησης, ενώ η φοιτητική κατοικία, η επαγγελματική εγκατάσταση και η μακροχρόνια μίσθωση συνυπάρχουν πλέον με την τουριστική αξιοποίηση διαμερισμάτων.
Αντίστοιχα, στο Παγγαίο και στη Θάσο, όπου η καλοκαιρινή περίοδος δημιουργεί μεγάλη εποχική πίεση, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων συνδέεται άμεσα με ζητήματα νερού, κυκλοφορίας, στάθμευσης, απορριμμάτων και ποιότητας ζωής των μόνιμων κατοίκων.
Ένας νέος τουριστικός χάρτης
Ο πολεοδόμος – χωροτάκτης Δημήτρης Κουρκουρίδης, σύμφωνα με το δημοσίευμα της «Καθημερινής», διακρίνει τέσσερις βασικές χωρικές ζώνες στις βραχυχρόνιες μισθώσεις: τα μητροπολιτικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, τους νησιωτικούς διεθνείς προορισμούς, τις παράκτιες ζώνες πρώην εξοχικής κατοικίας και τα αναδυόμενα περιφερειακά αστικά κέντρα.
Σε αυτή την τελευταία κατηγορία εντάσσονται πόλεις που δεν ήταν μέχρι πρόσφατα οι κλασικοί τουριστικοί πρωταγωνιστές, αλλά αποκτούν νέα δυναμική. Η Αλεξανδρούπολη αναφέρεται χαρακτηριστικά ως περίπτωση έκπληξη. Η Καβάλα, με τη γεωγραφική της θέση, το λιμάνι, τη σύνδεση με τη Θάσο, τους Φιλίππους, το Παγγαίο και το παραλιακό της μέτωπο, βρίσκεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.
Δεν πρόκειται μόνο για τουρισμό αναψυχής. Όπως επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Πάρις Τσάρτας, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις χρησιμοποιούνται και από επαγγελματίες που ταξιδεύουν στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό μπορεί να εξηγεί την παρουσία τέτοιων καταλυμάτων και σε περιοχές που δεν θεωρούνται αυστηρά τουριστικές.
Το ζήτημα της ρύθμισης
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Πολιτεία και η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορούν να παρακολουθήσουν την ταχύτητα του φαινομένου. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, οι απαγορεύσεις που εφαρμόστηκαν στην Αθήνα κρίνονται ανεπαρκείς, καθώς, όπως αναφέρει ο Πάρις Τσάρτας, μόνο ένα μικρό ποσοστό των ακινήτων επέστρεψε στη μακροχρόνια μίσθωση.
Παράλληλα, καταγράφεται μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στα στοιχεία της ΑΑΔΕ και της ΕΛΣΤΑΤ. Η ΑΑΔΕ εμφανίζει 117.604 ακίνητα με δηλωμένα έσοδα από βραχυχρόνια μίσθωση για το 2025, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ είχε συγκεντρώσει στοιχεία για 207.000 ακίνητα το 2024. Ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Άρης Ίκκος εκτιμά ότι η απόκλιση αυτή δημιουργεί προβληματισμό, καθώς δείχνει ότι για σχεδόν τα μισά ακίνητα στο μητρώο δεν δηλώθηκε μίσθωση.
Αυτό ανοίγει και ένα δεύτερο ζήτημα: δεν αρκεί η ύπαρξη μητρώου. Χρειάζεται πραγματικός έλεγχος, διαφάνεια και σαφές πλαίσιο για το πώς οι βραχυχρόνιες μισθώσεις συνυπάρχουν με την κατοικία, τον ξενοδοχειακό κλάδο και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Η Καβάλα μπροστά σε μια νέα πρόκληση
Για την Καβάλα, το Παγγαίο και τη Θάσο, το μήνυμα είναι σαφές. Η περιοχή αποκτά αυξανόμενο μερίδιο στη νέα οικονομία της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Αυτό μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για εισόδημα, τουριστική προβολή και αξιοποίηση ακινήτων. Μπορεί όμως και να οδηγήσει σε πίεση στην κατοικία, σε υπερφόρτωση υποδομών και σε αλλοίωση της φυσιογνωμίας οικισμών, αν δεν υπάρξει έγκαιρος σχεδιασμός.
Η βραχυχρόνια μίσθωση δεν είναι πλέον ένα περιθωριακό φαινόμενο. Είναι ένας παράγοντας που αλλάζει τον χάρτη του τουρισμού, της κατοικίας και της τοπικής οικονομίας. Και η Καβάλα βρίσκεται ήδη μέσα σε αυτόν τον χάρτη.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανακοπεί η ανάπτυξη. Είναι να οργανωθεί πριν μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη πίεση.
Πηγή στοιχείων: Εφημερίδα «Η Καθημερινή», ρεπορτάζ Γιώργου Λιάλιου, σελ. 27, με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για τη χωρική κατανομή των βραχυχρόνιων μισθώσεων.





























