Χρονόμετρο

Στις νότιες πλαγιές του Παγγαίου ένα αινιγματικό εγχάρακτο σχέδιο: Μυστηριακή βραχογραφία ή αρχαίο «επιτραπέζιο» παιχνίδι;

Δημοσιεύτηκε στις

 

Ένα σύνολο χαράξεων πάνω σε επίπεδη βραχώδη επιφάνεια ανοίγει νέο πεδίο έρευνας για την προϊστορική, κλασική και διαχρονική χρήση του Παγγαίου

 

Γράφει ο Θεόδωρος Αν. Σπανέλης

Στις νότιες πλαγιές του Παγγαίου, σε σημείο που συνδέεται με παλιά περάσματα, φυσικές διαδρομές και την πολύχρονη ανθρώπινη παρουσία στο βουνό, εντοπίζεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σύνολο εγχάρακτων σχημάτων πάνω σε βραχώδη επιφάνεια. Η πρώτη εικόνα παραπέμπει σε βραχογραφική σύνθεση, πιθανώς προϊστορικής ή κλασικής περιόδου, χωρίς όμως να μπορεί ακόμη να αποκλειστεί και η ύπαρξη μεταγενέστερων χαράξεων.

Το στοιχείο που προκαλεί το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι ορισμένα από τα σχήματα δεν μοιάζουν απλώς με συμβολικές παραστάσεις, αλλά με οργανωμένα γεωμετρικά διαγράμματα. Κυρίως ξεχωρίζουν τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα με χιαστές γραμμές στο εσωτερικό τους, τρίγωνα, γωνιώδη σχήματα, καμπύλες γραμμές και χαράξεις που μοιάζουν να συγκροτούν ένα είδος πεδίου ή πλέγματος. Αυτή ακριβώς η μορφή επιτρέπει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπόθεση: μήπως μέρος της παράστασης δεν ήταν μόνο βραχογραφία, αλλά και ένα είδος υπαίθριου «επιτραπέζιου» παιχνιδιού;

 

 

Το τετράγωνο με το Χ και η υπόθεση του παιχνιδιού

Στην επιφάνεια διακρίνεται καθαρά ένα τετράγωνο ή παραλληλόγραμμο που τέμνεται εσωτερικά με διαγώνιες γραμμές, σχηματίζοντας ένα Χ. Ανάλογα γεωμετρικά σχήματα είναι γνωστά από διάφορες εποχές ως χαραγμένοι πίνακες παιχνιδιών, πάνω σε πέτρες, δάπεδα, δημόσιους χώρους, στρατιωτικά περάσματα, ναούς, αυλές και σημεία αναμονής.

Σε τέτοιες περιπτώσεις οι γραμμές δεν λειτουργούν ως εικόνα αλλά ως σύστημα κανόνων. Οι γωνίες, το κέντρο, οι τομές και οι πλευρές μπορούν να αποτελούν θέσεις για μικρές πέτρες, πεσσούς ή άλλα αντικείμενα. Το παιχνίδι μπορεί να ήταν απλό, τύπου τρίλιζας ή πεσσών, ή κάποιο τοπικό παιχνίδι στρατηγικής που δεν έχει διασωθεί με το όνομά του.

Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η βραχώδης επιφάνεια φαίνεται σχετικά επίπεδη. Ένας τέτοιος βράχος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικό τραπέζι. Σε ορεινά περάσματα, ποιμενικές στάσεις, σημεία φύλαξης ή χώρους αναμονής, η χάραξη ενός παιχνιδιού πάνω στην πέτρα δεν θα ήταν καθόλου παράξενη. Αντίθετα, αποτελεί γνωστή πρακτική σε πολλούς αρχαίους και μεταγενέστερους πολιτισμούς.

Όχι μία εικόνα, αλλά στρώματα χρήσης

Το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης παράστασης είναι ότι δεν φαίνεται να αποτελεί ένα ενιαίο, αυστηρά οργανωμένο σχέδιο. Δίπλα στα τετράγωνα υπάρχουν τρίγωνα, ακανόνιστες γραμμές, καμπύλες μορφές και σημεία που θυμίζουν σύμβολα ή αφαιρετικές μορφές. Αυτό οδηγεί στην πιθανότητα να έχουμε μπροστά μας ένα πεδίο διαχρονικής χρήσης.

Δηλαδή, η επιφάνεια μπορεί να χαράχθηκε σε διαφορετικές φάσεις. Κάποια σχήματα ίσως ανήκουν σε παλαιότερο βραχογραφικό ορίζοντα, άλλα μπορεί να έχουν συμβολική, αποτροπαϊκή ή οριακή χρήση, ενώ κάποια γεωμετρικά διαγράμματα ίσως προστέθηκαν αργότερα ως πρακτικά παιχνίδια ή πίνακες κινήσεων.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του ευρήματος. Αντίθετα, την αυξάνει. Δείχνει ότι ο συγκεκριμένος βράχος μπορεί να ήταν σημείο επαναλαμβανόμενης ανθρώπινης παρουσίας: ένα σημείο στάσης, παρατήρησης, παιχνιδιού, τελετουργίας ή μνήμης.

Το Παγγαίο ως βουνό περασμάτων, λατρείας και ανθρώπινης δραστηριότητας

Η θέση στις νότιες πλαγιές του Παγγαίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Παγγαίο δεν είναι ένα τυχαίο βουνό. Από την αρχαιότητα συνδέθηκε με τα μεταλλεία, τον χρυσό, τις λατρείες, τις διονυσιακές παραδόσεις, τα περάσματα προς την ενδοχώρα, την επικοινωνία της παραλίας με τις ορεινές ζώνες και τη διαρκή εγκατάσταση ποιμένων, μεταλλωρύχων, ταξιδιωτών και κοινοτήτων.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η βραχογραφία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως «εικόνα». Μπορεί να είναι ίχνος χρήσης του χώρου. Μπορεί να δηλώνει στάση, πέρασμα, όριο, παιχνίδι, άσκηση, μνήμη, ακόμη και τελετουργική πράξη. Το βουνό λειτουργεί ως φυσικό αρχείο. Οι πέτρες του κρατούν σημάδια όχι μόνο μεγάλων γεγονότων, αλλά και μικρών καθημερινών πράξεων.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν πρόκειται για προϊστορική ή κλασική βραχογραφία. Το ερώτημα είναι αν έχουμε μπροστά μας ένα πολυλειτουργικό σημείο, όπου το σύμβολο, το παιχνίδι και η ανθρώπινη παρουσία συναντήθηκαν πάνω στην ίδια επιφάνεια.

 

Τι πρέπει να ερευνηθεί

Για να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί η υπόθεση του επιτραπέζιου παιχνιδιού, απαιτείται συστηματική αποτύπωση. Η απλή φωτογράφηση δεν αρκεί. Χρειάζεται ειδική τεκμηρίωση με πλάγιο φωτισμό, φωτογράφηση σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, ψηφιακή επεξεργασία των χαράξεων, ακριβής μέτρηση των σχημάτων και καταγραφή των συντεταγμένων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να ελεγχθεί αν στα τετράγωνα υπάρχουν σημεία φθοράς, κοιλότητες, λειάνσεις ή μικρές επαναλαμβανόμενες αποτυπώσεις στα σημεία όπου θα μπορούσαν να τοποθετούνται πεσσοί. Επίσης, πρέπει να συγκριθεί το σχέδιο με γνωστά αρχαία παιχνίδια που έχουν εντοπιστεί χαραγμένα σε λίθο, όπως παιχνίδια με πεσσούς, τρίλιζες, γραμμικά διαγράμματα κινήσεων και παραλλαγές στρατηγικών παιχνιδιών.

Παράλληλα, η παράσταση πρέπει να συγκριθεί με άλλες βραχογραφίες της περιοχής, εφόσον υπάρχουν, αλλά και με εγχάρακτα σύνολα από τη Μακεδονία, τη Θράκη και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.

Μια προσεκτική ερμηνεία

Με τα σημερινά δεδομένα, η πιο ασφαλής διατύπωση είναι ότι πρόκειται για ένα ενδιαφέρον σύνολο εγχάρακτων σχημάτων πάνω σε βράχο, πιθανώς με διαφορετικές φάσεις και χρήσεις. Η παρουσία των τετραγώνων με χιαστές γραμμές επιτρέπει σοβαρά την υπόθεση ότι τουλάχιστον ένα μέρος της παράστασης μπορεί να λειτουργούσε ως χαραγμένο υπαίθριο παιχνίδι.

Δεν μπορεί όμως ακόμη να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ούτε η ακριβής χρονολόγηση ούτε η ενιαία ερμηνεία του συνόλου. Η προϊστορική ή κλασική διάσταση είναι πιθανή και αξίζει να διερευνηθεί, αλλά απαιτεί αρχαιολογική τεκμηρίωση.

Το εύρημα, πάντως, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί δείχνει ότι στις πλαγιές του Παγγαίου δεν σώζονται μόνο μνημεία μεγάλης κλίμακας ή γνωστές ιστορικές διαδρομές. Σώζονται και μικρά, σχεδόν αθέατα ίχνη ανθρώπων που στάθηκαν πάνω στην πέτρα, χάραξαν γραμμές, σημάδεψαν τον χώρο, ίσως έπαιξαν, ίσως μέτρησαν, ίσως προσευχήθηκαν, ίσως άφησαν απλώς το σημάδι τους.

Και αυτά τα μικρά σημάδια μπορεί να αποδειχθούν πολύτιμα. Γιατί συχνά η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα μεγάλα μνημεία, αλλά και στις χαρακιές της πέτρας.

 

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Μεγάλος Πρίνος : Η παραδοσιακή ταβέρνα “Kαζαβίτι”

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Στάθης Χαρπαντίδης

 

Μεγάλος Πρίνος : Η παραδοσιακή ταβέρνα “Kαζαβίτι” λειτουργεί από το 2008 από τον Θάσιο επιχειρηματία Γιώργο Ευαγγελίδη. Ο Ευαγγελίδης με την ίδια ονομασία για να συνεχίσει την επιτυχία της Θάσου άνοιξε και διατηρεί με την ίδια ονομασία και την αντίστοιχη ταβέρνα στα Λαδάδικα της Θεσσαλονίκης. Όμως ας ξαναγυρίσουμε στο Καζαβίτι της Θάσου για να θυμηθούμε ότι στο ίδιο σημείο υπήρχε, για πενήντα χρόνια, η λαϊκή ταβέρνα του Παναγιώτη Βεγίνα, ήδη από την δεκαετία του ’60, εναρμονισμένη με το κλίμα της εποχής. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται πως λειτουργούσε χωρίς ρεύμα, (η Θάσος φημιζόταν για την ανέχεια και την φτώχεια των πολυάριθμων κατοίκων της με το ορεινό ανάγλυφό της να μην προσφέρει δουλειές, έως ότου ανθίσει με τον τουρισμό), με ελάχιστα μέσα και δούλευε μόνο τηγάνι και κατσαρόλα. Στη κουζίνα του ο Βεγίνας μαζί με την γυναίκα του έφτιαχναν πέντε πράγματα όλο κι όλο: ομελέτα, τηγανητές πατάτες, πιπεριές και μελιτζάνες από το μποστάνι τους, φασολάδα και αντζούγιες που πάστωνε με το έμπειρο χέρι του ο ίδιος ο ταβερνιάρης . Σήμερα η ταβέρνα “Kαζαβίτι” αγαπά την αυθεντικότητα σε ό,τι παρασκευάζει, ενώ τα πιάτα που βγαίνουν από την κουζίνα είναι καλοδουλεμένα και τα διακρίνει μια μελωμένη νοστιμιά. Πρώτα θα σταθώ στα μαγειρευτά και θα αναφερθώ σ’ αυτά που ξεχώρισε το πολυάριθμο κοινό της ταβέρνας και τα έκανε αγαπημένα. Μια σούπα από αρνίσιο κεφαλάκι , γιουβέτσι με λαιμό αρνιού , ζυγούρι στη γάστρα , γίγαντες στο φούρνο , σιγομαγειρεμένο αρνάκι για επτά ώρες , θασίτικα πιταράκια , παραδοσιακός μουσακάς και ο τζιγιεροσαρμάς που τον « εξαερώνουν» οι Βαλκάνιοι στο πι και φι . Τα κρεατικά του διακρίνονται για την νοστιμιά τους κι ο λόγος δεν είναι μόνο η αδιαπραγμάτευτα καλή πρώτη ύλη , αλλά και επιμονή στην παρασκευή και την αργή, διαχείριση του κάθε μέρους. Καθόλου δεν θα απογοητευθείτε εάν παραγγείλλετε και τα κλασικά: κατσικάκι σούβλας , παϊδάκια λιχούδικα με τραγανό λιπάκι, χυμώδεις σπαλομπριζόλες , κοντοσούβλι χοιρινό, κοκορέτσι και κότσι. Η εξυπηρέτηση αξιοπρεπής και οι τιμές σε λογικά πλαίσια.

 

Info : Kazaviti (Value for money) , καλή ποιότητα , τεράστιες μερίδες και τιμές που συμβαδίζουν με το πνεύμα της εποχής , Μεγάλος Πρίνος , Θάσος , τηλ: 697 205 3342 , λειτουργεί κάθε μέρα μέχρι τις 12 το βράδυ.

 

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Κοινωνία, Περιηγήσεις

Από τη Μεσορόπη στη Βοσκότρυπα: μια διαδρομή μοναδικής φυσικής ομορφιάς στο Παγγαίο – ΒΙΝΤΕΟ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

 

 

http://https://youtu.be/wX0IB0WKLgI

 

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και αγαπημένα ορεινά μονοπάτια της περιοχής της Καβάλας είναι εκείνο που ξεκινά από τη Μεσορόπη και ανηφορίζει προς τη Βοσκότρυπα, στο Παγγαίο Όρος. Πρόκειται για μια διαδρομή που συνδυάζει τη σπάνια φυσική ομορφιά με την εμπειρία της πεζοπορίας μέσα σε ένα τοπίο γεμάτο νερά, σκιές, βράχια και πυκνή βλάστηση.

Το μονοπάτι ξεκινά από τη Μεσορόπη και ακολουθεί μια σταθερά ανοδική πορεία μέσα σε ένα περιβάλλον που από τα πρώτα κιόλας μέτρα κερδίζει τον επισκέπτη. Το στοιχείο που κυριαρχεί είναι το νερό. Το ρέμα συνοδεύει για μεγάλο μέρος της διαδρομής τον πεζοπόρο, ενώ μικροί καταρράκτες, ξύλινα γεφυράκια και σκιερά περάσματα δίνουν στην ανάβαση έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, που ξεχωρίζει από άλλες ορεινές διαδρομές του Παγγαίου.

Η διαδρομή δεν είναι μόνο ένα φυσιολατρικό πέρασμα. Είναι μια συνεχής εναλλαγή εικόνων. Σε κάποια σημεία το μονοπάτι κινείται δίπλα στο νερό, κάτω από τη σκιά των δέντρων, ενώ σε άλλα ανοίγεται σε πιο άγρια και τραχιά τμήματα του βουνού, όπου η κλίση γίνεται εντονότερη και η ανάβαση πιο απαιτητική. Εκεί ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται πιο καθαρά το μέγεθος και τη δύναμη του ορεινού όγκου.

Ιδιαίτερο σταθμό της πορείας αποτελεί το ξέφωτο της Πουλιάνας, ένα σημείο όπου το τοπίο αλλάζει χαρακτήρα και προσφέρει μια διαφορετική ανάγνωση της διαδρομής. Από εκεί και πάνω, το μονοπάτι οδηγεί σταδιακά σε πιο κλειστό, πιο σιωπηλό και πιο επιβλητικό περιβάλλον, με την αίσθηση ότι ο προορισμός δεν είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη, αλλά ένας τόπος που κρύβεται μέσα στο βουνό.

Ο τελικός προορισμός, η Βοσκότρυπα, δικαιώνει πλήρως τον κόπο της ανάβασης. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό φυσικό σημείο, μια σπηλαιώδη κοιλότητα μέσα από την οποία αναβλύζει νερό, τροφοδοτώντας το ρέμα που συνοδεύει τον πεζοπόρο σε όλη σχεδόν τη διαδρομή. Η εικόνα της πέτρας, της υγρασίας και του παγωμένου νερού δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ξεχωριστή, σχεδόν επιβλητική.

Δεν είναι τυχαίο ότι το μονοπάτι της Μεσορόπης συγκαταλέγεται στις πιο γνωστές και πιο αγαπητές πεζοπορικές διαδρομές του Παγγαίου. Δεν προσφέρει μόνο άσκηση και επαφή με τη φύση. Προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία τοπίου, μια διαδρομή που αποκαλύπτει στον επισκέπτη ένα Παγγαίο διαφορετικό: όχι μόνο ορεινό και επιβλητικό, αλλά και υδάτινο, δροσερό, σχεδόν μυστικό.

Για όσους αγαπούν την πεζοπορία, αλλά και για όσους αναζητούν μια αυθεντική γνωριμία με τη φυσική ομορφιά της περιοχής, η ανάβαση από τη Μεσορόπη στη Βοσκότρυπα αποτελεί μια εμπειρία που δύσκολα ξεχνιέται. Είναι μια από εκείνες τις διαδρομές που δεν μένουν μόνο στη μνήμη ως εικόνα, αλλά ως συνολική αίσθηση: του νερού, της πέτρας, της δροσιάς και της σιωπής του βουνού.

 

Θεόδωρος Αν. Σπανέλης

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιβάλλον, Περιηγήσεις

Ο Θρακιώτικος «λυκουρίνος» είναι το εκλεκτότερο ελληνικό αλίπαστο με καλό ούζο ή τσίπουρο

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

 

 

Ο λυκουρίνος είναι  ένα ξεχωριστό έδεσμα της Θράκης, προέρχεται από τους Κέφαλους και ειδικότερα από τα Μυξινάρια, ψάρια της περιοχής των Αβδήρων και του Πόρτο Λάγος. Η καταγωγή του είναι από την Ανατολική Θράκη. Ήταν ήδη ξακουστός από την αρχαιότητα ενώ η φήμη του παραμένει ακόμη ζωντανή ιδιαίτερα στη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Για την παραγωγή του  η διαδικασία επεξεργασίας ξεκινάει κάθε Σεπτέμβριο, την κατάλληλη χρονική στιγμή που τα Μυξινάρια μεταναστεύουν προς τη θάλασσα για αναπαραγωγή, πιάνονται στις ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις (νταλιάνια) των λιμνοθαλασσών της Θράκης, του Νέστου και στη Βιστωνίδα. Τότε έχουν τα λιπαρά που χρειάζονται, για να παστωθούν με επιτυχία. Για περίπου ένα μήνα, τα κεφαλόπουλα μπαίνουν στο αλάτι και στη συνέχεια στα καπνιστήρια, τους παραδοσιακούς χτιστούς φούρνους με ξύλα. Το τελικό προϊόν, ο λυκουρίνος , χωρίς συντηρητικά και χημικά πρόσθετα, βγαίνοντας από το φούρνο συσκευάζεται και διατίθεται στην κατανάλωση . Η ξεχωριστή γεύση του και η χυμώδης σάρκα του κάνουν τον λυκουρίνο ένα δημοφιλή μεζέ σε ουζερί και τσιπουράδικα.

Τρόπος σερβιρίσματος : Βγάζουμε ολόκληρο το λυκουρίνο  από τη συσκευασία και ξεκινάμε να αφαιρούμε τη πέτσα του προσεκτικά για να μην καταστρέψουμε το νόστιμο λιπάκι που υπάρχει κάτω από αυτήν. Στη συνέχεια  τεμαχίζουμε τη σάρκα του ψαριού σε λεπτές φέτες  ,  προσθέτουμε παρθένο ελαιόλαδο και χυμό μοσχολέμονου (Lime) .  Μια εναλλακτική είναι να ψηθεί λίγο στη φωτιά ή στα κάρβουνα και μετά να καθαριστεί από την πέτσα και τα κόκκαλα.

Η παραγωγή του : Μόνο δυο βιοτεχνίες στην Ελλάδα παράγουν τον λυκουρίνο , πρόκειται για τις δυο βιοτεχνίες καπνιστών-αλιπάστων του Γιώργου Πασχαλίδη και του Πέτρου Βασταρδέλη που δραστηριοποιούνται από το 1950 στο Φανάρι της Κομοτηνής. Ένα μέρος της παράγωγης τους εξάγεται στην Γερμανία και την Ιταλία.

 

Στάθης Χαρπαντίδης

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Η λιτανευτική πομπή στην Καλή Βρύση ενώνει φύση, λαογραφία και συλλογική μνήμη

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

 

 

Στους πρόποδες του Μενοικίου όρους, εκεί όπου η φύση συναντά τη μνήμη και η καθημερινότητα διαπλέκεται με το παρελθόν, η Καλή Βρύση Δράμας διατηρεί έναν πολιτιστικό πλούτο που αντέχει στον χρόνο. Έθιμα, τελετουργίες και λαϊκές πρακτικές, ριζωμένες βαθιά στην ιστορία του τόπου, συνεχίζουν να ζουν μέσα από τη συμμετοχή των κατοίκων, μεταφέροντας από γενιά σε γενιά μια αυθεντική βιωματική σχέση με την παράδοση. Σε αυτό το ζωντανό πολιτισμικό τοπίο εντάσσεται και η λιτάνευση της εικόνας της Αναστάσεως, ένα έθιμο που συνδέει τη θρησκευτική πίστη με τη συλλογική ταυτότητα και τον φυσικό κύκλο της ζωής.

 

Πιστοί, λοιπόν, στη μακραίωνη παράδοση του τόπου τους και στην διατήρηση ηθών και εθίμων που χάνονται στα βάθη των χρόνων, οι κάτοικοι της Καλής Βρύσης Δράμας αναβίωσαν και φέτος, την Πέμπτη της Διακαινησίμου, δηλαδή την πέμπτη ημέρα μετά το Πάσχα, το έθιμο της λιτάνευσης της ιερής εικόνας της Αναστάσεως. Διανύοντας μια απόσταση 18 περίπου χιλιομέτρων, το έθιμο αυτό αποτυπώνει με τον πιο καταλυτικό τρόπο πώς η παράδοση και η λαογραφία δένουν αρμονικά με την αναγέννηση της φύσης και την Ανάσταση του Θεανθρώπου.

 

Περισσότερα από εκατό άτομα και είκοσι καβαλάρηδες με τα άλογά τους συμμετείχαν φέτος σε αυτή τη μοναδική λιτανευτική πομπή. Με μπροστάρη τον π. Στυλιανό, εφημέριο του ενοριακού ναού του Αγίου Νικολάου της Καλής Βρύσης, και την εικόνα της Αναστάσεως που κρατούσαν εναλλάξ κάτοικοι της Καλής Βρύσης αλλά και των γειτονικών χωριών που συμμετείχαν στη λιτανευτική πομπή, διέσχισαν μια διαδρομή συνολικής διάρκειας περίπου πεντέμισι ωρών μέσα στη φύση.

 

Ξεκίνησαν από το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και τον αγιασμό. Ο ιερέας αναπέμπει δέηση προς τον Αναστάντα Χριστό για την υγεία των κατοίκων και την καρποφορία της γης, καθώς και για την προστασία των καλλιεργειών από το χαλάζι και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

 

Το σήμαντρο και οι επισκέψεις στα εξωκλήσια

 

Σε όλη τη διάρκεια της πομπής, οι κάτοικοι κουβαλούν μαζί τους ένα μεγάλο σήμαντρο, το οποίο αποτελεί το παλαιότερο κειμήλιο του χωριού. Το κρατούν δύο νέοι άνδρες, που το χτυπούν καθ’ όλη τη διάρκεια της λιτανείας, ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη».

 

Σε αυτή τη μακρά διαδρομή, οι πιστοί κάθε ηλικίας διέσχισαν αγροτικούς δρόμους, ανθισμένα μονοπάτια και καταπράσινες πλαγιές βουνών, υμνώντας το μεγαλείο της φύσης και δοξάζοντας τον Αναστάντα Χριστό. Την πομπή συνοδεύουν πάντα αναβάτες με τα άλογα τους και όλοι μαζί φτάνουν μέχρι το τελευταίο άκρο των γεωγραφικών ορίων του χωριού, προκειμένου να επισκεφθούν όλα τα εξωκλήσια.

 

Όπως εξηγεί, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Δημήτρης Σίδος, κάτοικος της Καλής Βρύσης και πρώην γραμματέας του ομώνυμου πολιτιστικού συλλόγου, «οχτώ είναι συνολικά τα εξωκλήσια που επισκέπτονται ο ιερέας και οι πιστοί: του Προφήτη Ηλία, της Ζωοδόχου Πηγής, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Αθανασίου, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, του Αγίου Γεωργίου και, τελευταίο, του Αγίου Βλασίου. Όταν η πομπή φτάνει σε κάθε εξωκλήσι, ο ιερέας μαζί με τα άτομα που κρατούν το σήμαντρο και την εικόνα κάνουν τρεις στροφές γύρω από τον ναό. Στη συνέχεια, μπαίνουν μέσα, ανάβουν τα καντήλια και ο ιερέας τοποθετεί πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα κομμάτι αντίδωρου από την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης, τυλιγμένο σε έναν σβόλο άσπρου κεριού».

 

«Το πιο σημαντικό είναι ότι κάθε χρόνο ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι συμμετέχουν σε αυτή την αναβίωση του εθίμου. Αυτή η λιτανευτική πομπή είναι η εκπλήρωση ενός τάματος για πολλούς κατοίκους και, χάρη στην ενέργεια των νέων ανθρώπων, το έθιμο διασώζεται και περνά από γενιά σε γενιά», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Σίδος.

 

 

 

Η κορύφωση στο Μενοίκιο όρος και το παραδοσιακό γλέντι

 

Η λιτανευτική πομπή καταλήγει στα δύο τελευταία εξωκλήσια, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Βλασίου, προστάτη των γεωργών και των κτηνοτρόφων, που βρίσκεται στην ορεινή περιοχή του Μενοικίου όρους. Εκεί, ο ιερέας αναπέμπει δέηση και αγιάζει την περιοχή. Οι ντόπιοι, αγρότες στην πλειονότητά τους, προσεύχονται για τη «γλυκιά ψιχάλα», όπως αποκαλούν την ποτιστική βροχή που είναι απαραίτητη τους καλοκαιρινούς μήνες για τις καλλιέργειες του κάμπου, απευχόμενοι τις έντονες καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα το χαλάζι.

 

Με το τέλος της πομπής ακολουθεί γλέντι από όλους τους κατοίκους του χωριού, με τους ήχους των παραδοσιακών οργάνων -της γκάιντας και του νταχαρέ (ντέφι μεγάλης διαμέτρου), καθώς και κεράσματα που προσφέρει η εκκλησιαστική επιτροπή του ιερού ναού του Αγίου Νικολάου.

 

Ολόκληρη η περιοχή της Καλής Βρύσης, από αρχαιοτάτων χρόνων, κρύβει μια μοναδική ενέργεια. Εδώ οι άνθρωποι λατρεύουν τη φύση και τη ζωή. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε όλη τη Δράμα κυρίαρχη θεότητα υπήρξε ο Διόνυσος, ο μασκοφόρος θεός της έκστασης, της γονιμότητας της γης, του κρασιού, της διασκέδασης και της ίδιας της ζωής. Σημαντικό ιερό λατρείας του θεού ανασκάφηκε στην Καλή Βρύση κατά το χρονικό διάστημα 1991-1996, στον πλατύ κάμπο, κάτω από τη σκιά του Μενοικίου όρους και δίπλα στον παραπόταμο του ποταμού Αγγίτη.

 

Η ανασκαφή αποκάλυψε το συγκρότημα του ιερού στη θέση Μικρή Τούμπα, έναν τεχνητό γήλοφο με διάσπαρτους ρηγμένους δόμους. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτηριακό συγκρότημα, διαστάσεων 34 x 16 μ., που σώζεται σε καλή κατάσταση και εσωτερικά χωρίζεται σε τρεις κύριες περιοχές, οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές ενότητες του ιερού.

 

Η θέση αυτή, που απέχει περίπου 2 χλμ., ανήκει στην κοινότητα Καλής Βρύσης και δεσπόζει σε όλη την κοιλάδα του ποταμού Αγγίτη, επάνω σε ένα πλάτωμα. Αποτελεί μια φυσική θέση ιδιαίτερης αξίας, σημαντική για διάφορες εποχές, ανάμεσα στα βουνά Μενοίκιο και Φαλακρό, σε μικρή απόσταση από το σπήλαιο Μααρά Αγγίτη.

 

Απόηχο της Διονυσιακής λατρείας αποτελεί και το εντυπωσιακό δρώμενο της Καλής Βρύσης, τα «Μπαμπούγερα», που αναβιώνει κάθε χρόνο την εβδομάδα μετά τα Θεοφάνια, συγκεντρώνοντας πλήθος επισκεπτών από πολλές περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας και της βόρειας Ελλάδας. Και σε αυτή την αναβίωση του εθίμου, η συμμετοχή και η συμβολή των νέων ανθρώπων είναι καταλυτική για την διατήρηση του εθίμου που δίνει ένα μοναδικό τόνο ζωντάνιας στο χωριό.

 

* Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο Δημήτρης Σίδος

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΩΛΙΔΗΣ

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Θάσος: Το πανάρχαιο έθιμο του Τιμίου Ήλου ζωντάνεψε και φέτος στον Θεολόγο και τη Μονή Αρχαγγέλου

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

Εκατοντάδες πιστοί ακολούθησαν με κατάνυξη τη λιτανευτική πορεία του εξαπτερύγου και του Τιμίου Ήλου, σε ένα έθιμο που ριζώνει βαθιά στον χρόνο, στη μνήμη και στην πίστη της θασιακής παράδοσης

 

Μια από τις πιο συγκινητικές και βαθιά ριζωμένες θρησκευτικές παραδόσεις της Θάσου αναβίωσε και φέτος στον Θεολόγο και στη Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, εκεί όπου η πίστη των ανθρώπων συναντά την ιστορική μνήμη και το βίωμα της τοπικής κοινότητας. Εκατοντάδες πιστοί συνέρευσαν και αυτή τη χρονιά για να συμμετάσχουν στο παλαιό έθιμο της λιτανείας του Τιμίου Ήλου μαζί με την εικόνα, το εξαπτέρυγο του Αρχαγγέλου, σε μια τελετουργική πορεία που ξεκινά από το βουνό και καταλήγει στο ιστορικό μοναστήρι. Μεταξύ αυτών και ο δήμαρχος Θάσου Λευτέρης Κυριακίδης με τον συνεργάτη του Γιάννη Μαρκιανό Αντιδήμαρχο Τουρισμού Δ. Θάσου και Πρόεδρος Οργανισμού Τουρισμού Θάσου.

 

Η εικόνα ήταν για ακόμη μία φορά ιδιαίτερα φορτισμένη. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, κάτοικοι του Θεολόγου αλλά και προσκυνητές από άλλες περιοχές του νησιού, ακολούθησαν με σεβασμό και ευλάβεια το ιερό κειμήλιο, διατηρώντας ζωντανή μια παράδοση που δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό έθιμο, αλλά έναν από τους σημαντικότερους πυρήνες της θρησκευτικής ταυτότητας της Θάσου.

 

Σύμφωνα με την τοπική εκκλησιαστική και λαϊκή παράδοση, το έθιμο έχει τις ρίζες του στα μέσα του 16ου αιώνα. Τότε, κατά τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα, αναφέρεται ότι βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο, στην αγριελιά του μοναστηριού, ο Τίμιος Ήλος, δηλαδή το καρφί με το οποίο, κατά την παράδοση, σταυρώθηκε το δεξί χέρι του Χριστού. Η αφήγηση αυτή διασώθηκε μέσα στους αιώνες όχι ως μια απλή διήγηση, αλλά ως ζώσα εμπειρία πίστης, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να καθορίζει το συλλογικό θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων της περιοχής.

 

Από τότε και κάθε χρόνο, κατά τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα, ο κόσμος πλαισιώνει το εξαπτέρυγο του Αγίου και συνοδεύει με λιτανεία το ιερό σύμβολο προς τη Μονή Αρχαγγέλου. Η πομπή έχει χαρακτήρα όχι μόνον εορταστικό, αλλά και βαθιά κατανυκτικό. Δεν πρόκειται για μια απλή τελετουργική μεταφορά. Πρόκειται για μια πράξη πίστης, για μια δημόσια ομολογία της πνευματικής σχέσης του τόπου με τον Αρχάγγελο και τον Τίμιο Ήλο, για ένα βίωμα που ενώνει γενιές και ανανεώνει τη θρησκευτική συνοχή της κοινότητας.

 

Η διαδρομή προς το μοναστήρι συνοδεύεται από προσευχή, ψαλμωδίες και έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Οι συμμετέχοντες δεν βιώνουν το γεγονός ως μια εξωτερική αναπαράσταση, αλλά ως ένα προσκύνημα με προσωπικό και συλλογικό νόημα. Το ιερό λάβαρο και ο Τίμιος Ήλος γίνονται το κέντρο μιας πορείας που συμπυκνώνει την ιστορική μνήμη του νησιού, τη θρησκευτική του συνέχεια και τη βαθιά ανάγκη των ανθρώπων να αναζητούν παρηγοριά, προστασία και ελπίδα.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επόμενη ημέρα, η τρίτη ημέρα του Πάσχα. Τότε, οι συνοδοί του Αγίου, αφού διανυκτερεύσουν στη Μονή και συμμετάσχουν στη Θεία Λειτουργία, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής προς τον Θεολόγο, επαναφέροντας με λιτανεία το λάβαρο στο μετόχι της μονής στο χωριό. Η επιστροφή αυτή δεν είναι μια τυπική ολοκλήρωση του εθίμου. Είναι η δεύτερη πράξη μιας τελετουργικής ενότητας, που συνδέει το μοναστήρι με τον οικισμό, το ιερό με την καθημερινότητα, το θαύμα με τη διαρκή παρουσία του Αγίου στη ζωή των ανθρώπων.

 

Για τη Θάσο και ιδίως για τον Θεολόγο, ο Αρχάγγελος δεν είναι απλώς μια μορφή της εκκλησιαστικής παράδοσης. Είναι ο προστάτης του τόπου, ο φύλακας της κοινότητας, ο άμισθος ιατρός των πιστών, εκείνος στον οποίο οι άνθρωποι στρέφονται σε ώρες δοκιμασίας, αρρώστιας και αγωνίας. Η πίστη αυτή είναι τόσο βαθιά, ώστε στη συνείδηση των κατοίκων ο Άγιος και ο Τίμιος Ήλος αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Όταν οι άνθρωποι αναφέρονται στον Άγιο ή στον Μιχαήλ Αρχάγγελο, εννοούν ταυτόχρονα τον Τίμιο Ήλο και την εικόνα του Αρχαγγέλου που εικονίζεται πάνω στο εξαπτέρυγο.

 

Αυτή η απόλυτη ταύτιση δεν είναι θεολογική διατύπωση, αλλά λαϊκό βίωμα. Είναι η απλή, άδολη και ανόθευτη πίστη που πέρασε από γενιά σε γενιά, χωρίς να χρειαστεί επεξηγήσεις ή θεωρητικές αναλύσεις. Στη συνείδηση των ανθρώπων του Θεολόγου, η ευλογία του Αρχαγγέλου και η παρουσία του Τιμίου Ήλου είναι το ίδιο πράγμα: μια αίσθηση προστασίας, μια μυστική βεβαιότητα ότι ο τόπος αυτός έχει λάβει ιδιαίτερη χάρη.

 

Το έθιμο αυτό διασώζεται σε πείσμα των καιρών. Σε μια εποχή όπου πολλά στοιχεία της τοπικής παράδοσης ατονούν ή περιορίζονται σε φολκλορικές αναπαραστάσεις, η λιτανεία του Τιμίου Ήλου στη Θάσο εξακολουθεί να έχει αυθεντικό περιεχόμενο. Δεν είναι ένα δρώμενο για τους επισκέπτες, ούτε ένα απλό θρησκευτικό συμβάν ενταγμένο στο εορταστικό ημερολόγιο. Είναι μια πράξη συλλογικής αυτογνωσίας του τόπου, μια τελετουργία που κρατά ζωντανή τη σχέση των κατοίκων με το παρελθόν τους, με τη Μονή, με την πίστη τους και με το ιδιαίτερο πνευματικό αποτύπωμα του νησιού.

 

Αυτό ακριβώς εξηγεί και τη μεγάλη συμμετοχή του κόσμου κάθε χρόνο. Οι πιστοί δεν προσέρχονται μόνο για να τιμήσουν μια παράδοση. Προσέρχονται για να ξαναβρούν μέσα από αυτήν ένα αίσθημα συνέχειας, μια επαφή με το ιερό, μια εσωτερική βεβαιότητα ότι ο χρόνος μπορεί να αλλάζει, αλλά ορισμένοι δεσμοί παραμένουν αλώβητοι.

 

Η παρουσία εκατοντάδων ανθρώπων στη φετινή λιτανεία επιβεβαίωσε ότι το έθιμο όχι μόνο αντέχει, αλλά εξακολουθεί να συγκινεί βαθιά. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα των ημερών: πως σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα, υπάρχουν ακόμη τόποι όπου η πίστη δεν είναι ανάμνηση, αλλά τρόπος ζωής.

 

Στον Θεολόγο και στη Μονή Αρχαγγέλου, ο Τίμιος Ήλος δεν αποτελεί απλώς ένα ιερό κειμήλιο. Αποτελεί σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη κοινότητα, η οποία συνεχίζει να πορεύεται με τον ίδιο σεβασμό, την ίδια κατάνυξη και την ίδια βαθιά πεποίθηση ότι η ευλογία του Αρχαγγέλου εξακολουθεί να σκεπάζει το νησί.

 

Θεόδωρος Αν. Σπανέλης

 

 

Φωτογραφίες Γιάννης Μαρκιανός

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Καβάλα: Πάσχα σε μοναστικούς τόπους ιστορίας, κατάνυξης και φυσικής ομορφιάς

Δημοσιεύτηκε στις

Σε πολλές περιοχές της βόρειας Ελλάδα, η κατανυκτική περίοδος του Πάσχα, αποκαλύπτει μια μοναδική πνευματική και αισθητική εμπειρία που υπερβαίνει την απλή θρησκευτική γιορτή. Η Ανάσταση εδώ δεν είναι απλώς τελετή, είναι ταξίδι στον χρόνο και στη φύση, μια εμπειρία που γεμίζει την ψυχή, ξυπνά την πίστη και τις αισθήσεις.

Από τα κατάφυτα δάση της Χαλκιδικής, μέχρι τις χαράδρες της Δράμας, τα υψώματα της Καβάλας και τις απόκρημνες πλαγιές της Ξάνθης, οι μοναστηριακοί τόποι ζωντανεύουν με φως, ψαλμωδίες και κατανυκτική ατμόσφαιρα, οδηγώντας τους πιστούς στο Αναστάσιμο μήνυμα. Οι δρόμοι προς αυτά τα ιερά ησυχαστήρια μοιάζουν με ταξίδι πίσω στον χρόνο, όπου η φύση, η ιστορία και η πίστη ενώνονται με τρόπο μοναδικό, φέρνοντας τους πιστούς ακόμα πιο κοντά στο υπερκόσμιο γεγονός της Ανάστασης του Θεανθρώπου.

Ιερά Μονή Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου (Βατοπαίδι Χαλκιδικής)

Ξεκινώντας από την Ιερά Μονή Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου στο Βατοπαίδι Χαλκιδικής, ο επισκέπτης αντικρίζει ένα ησυχαστήριο χτισμένο πάνω σε λόφο, σαν αετοφωλιά που αγκαλιάζει τη θέα του Θερμαϊκού κόλπου. Το βράδυ της Ανάστασης, τα κεριά φωτίζουν το περικαλλές καθολικό, και οι ψαλμοί των λιγοστών μοναχών σμίγουν με τους στίχους των προσκυνητών που συρρέουν από τη Θεσσαλονίκη και τα γύρω χωριά.

Ο ηγούμενος Γέροντας Συνέσιος υποδέχεται τους πιστούς με ζεστασιά, και το Αίμα του Χριστού και η Ανάσταση γιορτάζονται με μια αίσθηση υπερβατικής γαλήνης που μόνο η Χαλκιδική μπορεί να προσφέρει.

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου (Σέρρες)

Κατευθυνόμενοι προς τις Σέρρες, 12 χλμ έξω από την πόλη, η ατμόσφαιρα γίνεται ακόμη πιο μεγαλειώδης στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, κρυμμένη στις πλαγιές του Μενοικίου όρους. Οι τοιχογραφίες και οι εικόνες του Καθολικού φανερώνουν την ακμή της βυζαντινής τέχνης, ενώ η αίσθηση της πνευματικής ανάτασης είναι παντού. Οι ανεκτίμητης ιστορικής αξίας τοιχογραφίες του Καθολικού καθηλώνουν τη ματιά του επισκέπτη. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν τον αγιογραφικό πλούτο, με τον οποίο είναι κοσμημένος ο μικρός αυτός ναός.

Η πέτρα και τα ξύλινα μπαλκόνια του μοναστηριού αντανακλούν το φως των κεριών, ενώ οι ψαλμωδίες πλημμυρίζουν την ησυχία της νύχτας. Η Ανάσταση εδώ γίνεται πραγματικά συλλογική εμπειρία. Οι πιστοί κρατούν αναμμένα κεριά, περπατούν στα λιθόστρωτα δρομάκια και συμμετέχουν σε μια τελετουργία αιώνων που ενώνει το παρελθόν με το παρόν.

Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος (Πρασινάδα Δράμας)

Στη συνέχεια, η διαδρομή μας οδηγεί στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Πρασινάδα της Δράμας, χτισμένη πάνω σε βράχο που υψώνεται ανάμεσα σε φαράγγια και δάση. Η διαδρομή προς τη μονή είναι ένα ξεχωριστό ταξίδι στην καρδιά της φύσης. Ανηφορικά μονοπάτια, δασωμένες πλαγιές, η απόλυτη σιωπή του βουνού που διακόπτεται από το θρόισμα των φύλλων, το αδιάκοπο κελάηδισμα των πουλιών, ο ήχος των χιλιάδων τζιτζικιών.

Η Ανάσταση εδώ έχει χαρακτήρα απόκοσμο και μυστηριακό. Ο ήχος της καμπάνας σπάει τη σιωπή του βουνού, ενώ οι λιγοστοί μοναχοί και προσκυνητές στέκονται ενωμένοι μπροστά στο καθολικό, υψώνοντας τα κεριά τους σε μια στιγμή συλλογικής κατάνυξης. Η ιστορία της μονής, από τα λείψανα των μαρτύρων της 4ης Σταυροφορίας μέχρι την αναστήλωση του 1993, προσδίδει σε κάθε τελετή μια αίσθηση μνήμης και συνέχειας.

Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας (Νικήσιανη Παγγαίου)

Αναρριχόμενοι στα 750 μέτρα της βόρειας πλευράς του Παγγαίου, στο χωριό Νικήσιανη, η διαδρομή προς την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας μοιάζει με ταξίδι ανάμεσα σε θρύλους και τοπία ζωγραφισμένα με φως. Από τα απόκρημνα βράχια, η θέα εκτείνεται στον απέραντο κάμπο των Φιλίππων, ενώ στο βάθος διακρίνεται το χιονισμένο ακόμα Φαλακρό. Η Εικοσιφοίνισσα, με τους μολυβδοσκέπαστους τρούλους της, προσκαλεί τους πιστούς σε ακολουθίες γεμάτες κατάνυξη.

Οι ολάνθιστες γλάστρες στο μαρμάρινο περίβολο του μοναστηριού και τα φυτεμένα παρτέρια ευωδιάζουν και ομορφαίνουν με τα χρώματά τους αυτόν τον ιερό τόπο, την ησυχία του οποίου διαταράσσουν μόνο οι ήχοι των βυζαντινών ύμνων που αποδίδουν οι μοναχές και το κελάηδημα των πουλιών. Το καθολικό φωτίζεται τόσο από το φυσικό φως όσο και από τις φλόγες των κεριών, που αγκαλιάζουν τις μοναδικές αγιογραφίες. Η ηγουμένη και οι λιγοστές μοναχές υποδέχονται θερμά τους προσκυνητές, ενώ η αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας παραμένει πάντα θαυματουργή φρουρός της μονής.

Ιερές Μονές Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας και Παναγίας Καλαμούς (Ξάνθη)

Στην κορύφωση του Πάσχα, ταξιδεύοντας ανατολικότερα, τα δυο μοναστήρια της Ξάνθης αφιερωμένα στην Παναγία, στην καρδιά του περιαστικού δάσους, προσφέρουν στο επισκέπτη ένα αίσθημα βαθιάς κατάνυξης. Οι καμπάνες που χτυπούν στην Παναγιά Αρχαγγελιώτισσα και στην Παναγία Καλαμούς ηχούν σε όλη την πόλη. Η ιερή μορφή της Παναγίας «αγκαλιάζει» την Ξάνθη, την πόλη με τα χίλια χρώματα και προστατεύει κατοίκους και επισκέπτες. Η Παναγία Αρχαγγελιώτισσα, ανδρικό μοναστήρι του 1841, και η Παναγία Καλαμούς, γυναικείο των αρχών του 20ού αιώνα, διαφυλάττουν μια πλούσια θρησκευτική παράδοση αιώνων.

Το μοναστήρι της Παναγίας Καλαμούς βρίσκεται βόρεια της Ξάνθης, επάνω σε ένα βράχο που δεσπόζει στη χαράδρα του Κόσσυνθου. Από εδώ πάνω, ο προσκυνητής θαυμάζει όλη την ορεινή περιοχή της Ροδόπης και αφήνει να πλανηθεί το βλέμμα του μέχρι το βάθος του ορίζοντα, στην πεδιάδα της Ξάνθης. Το αντρικό μοναστήρι της Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, βρίσκεται βορειοανατολικά της Ξάνθης, στις παρυφές του ορεινού όγκου της Ροδόπης, σε εξαιρετικά θαυμάσια θέση, με θέα προς τον κάμπο της Ξάνθης, πάνω ακριβώς από τη συνοικία Σαμακώβ.

Σε κάθε μοναστήρι, η Ανάσταση γίνεται μια προσωπική και συλλογική εμπειρία. Το κελάηδημα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων, το άρωμα της Άνοιξης και η φλόγα των κεριών συνοδεύουν τους πιστούς, ενώ οι βυζαντινοί ύμνοι ενισχύουν την κατάνυξη. Οι τοποθεσίες αυτές δεν είναι απλώς μνημεία της πίστης, αλλά ζωντανοί χώροι που προσφέρουν γαλήνη, προσκύνημα και αναγέννηση της ψυχής, αφήνοντας στον επισκέπτη μια ανεξίτηλη εμπειρία πνευματικής και αισθητικής ολοκλήρωσης.

ΑΠΕ ΜΠΕ, Βασίλη Λωλίδη

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Η λαδένια της Κιμώλου ιδανική για την περίοδο της νηστείας, στον ΦΟΥΡΝΟ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Ο Γιάννης Σωτηρέλης (φούρνος του Μενέλαου) για την περίοδο της νηστείας σκέφτηκε να φτιάξει την  κατεξοχήν ταπεινή  ελληνική πίτσα, την λαδένια με καταγωγή από το νησί της  Κιμώλου . Τα πράγματα είναι πολύ απλά , ετοίμασε  το ζυμάρι του και πρόσθεσε στη συνέχεια τα υλικά του ,  ντομάτινι , κρεμμύδι, ρίγανη και παρθένο ελαιόλαδο. Πείραξε ελαφρώς τη συνταγή προσθέτοντας  την εξαίσια σάλτσα ντομάτας της οικοτεχνίας Πορτοκαλλίδη από τις Φέρες  και μια μικρή ποσότητα κάππαρης . Η λαδένια της Κιμώλου είχε μια εκφραστική απλότητα αλλά και μια ισορροπημένη  γεύση των ποιοτικών υλικών της . Θα βρείτε λοιπόν την «πίτσα» των Κυκλάδων στο Ξυλόφουρνο του Μενέλαου στον Αμυγδαλεώνα Καβάλας σε κομμάτι αλλά και ολόκληρη πίτσα.

Η ιστορία του φούρνου :  του Μενέλαου στη Καβάλα ξεκινά το 1924 από τον Μενέλαο Σταυρίδη, ένα παιδί πολύτεκνης οικογένειας από τον Μαρμαρά της Κωνσταντινούπολης. Ο φούρνος του Μενέλαου στην Καβάλα αποτελούσε ένα γνωστό τοπόσημο της πόλης για πολλά χρόνια. Όταν ο Γιάννης Σωτηρέλης (τρίτος ιδιοκτήτης του φούρνου) ανέλαβε τα ηνία της επιχείρησης, αποφάσισε να μεγαλώσει τον φούρνο και τότε τον μετέφερε στο νέο ιδιόκτητο χώρο, όχι πια μέσα στην Καβάλα, αλλά στον Αμυγδαλεώνα. Εκεί λοιπόν κατασκεύασε τον φούρνο από την αρχή, με την ίδια τεχνοτροπία μεν, αλλά με διαφορετικά υλικά, πιο σύγχρονα και καλυτέρα, κυρίως στα μονωτικά πυρότουβλα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μακροβιότερου φούρνου της Καβάλας (100 ετών πλέον) είναι ότι ο χώρος καύσεως επικοινωνεί με τον χώρο του ψησίματος, ενώ στη μέση βρίσκεται το κιουρχάνι (τουρκική ονομασία), δηλαδή η τρύπα, απ’ όπου βγαίνει η φλόγα. Έτσι η θερμοκρασία διανέμεται ισότιμα, σε όλο το δάπεδο του φούρνου, μ’ ένα κύκλωμα καναλιών που έχει τη μορφή κοχλία και εκμεταλλεύεται πλήρως τη φυσική έκλυση του αέρα.

 

ΣΤΑΘΗΣ ΧΑΡΠΑΝΤΙΔΗΣ

 

 

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Μια φωτογραφία της Καβάλας από τα παλιά

Δημοσιεύτηκε στις
Είναι μια από τις πιο όμορφες φωτογραφίες της πόλης μας .. ταξιδεύει 60 και πλέον χρόνια πριν σε μια Καβάλα που ξεκινούσε να γκρεμίζει τα παλιά της σπίτια και να υψώνει πολυκατοικίες. Η παραλία της είχε διαμορφωθεί χάρις τις επίμονες προσπάθειες του Γιάννη Πριμικίδη του Λιμενικού ταμείου. Τα καπνομάγαζα αντιστέκονται .. ενώ νέα κτίρια ξεπροβάλλουν, όπως ο κινηματογράφος “Απόλλων” αλλά και στα μπετά η πολυκατοικία του Χρήστου Μπάτση.
Τα αυτοκίνητα ελάχιστα στους δρόμους και στην πλατεία, στο νότιο της μέρος τα αστικά λεωφορεία. Στην θάλασσα πολλά τα βαρκάκια, μερικά από αυτά με .. τέντα μετέφεραν τον κόσμο στις κοντινές παραλίες Καλαμίτσα, Παληό, τα ψαροκάικα αλλά και τα θαλάσσια πούλμαν για την Θάσο.
Στην εικόνα μπορείτε να διακρίνετε αρκετά χαρακτηριστικά σημεία της πόλης εκείνης της εποχής στο λιμάνι και την προκυμαία του φαίνονται διάφορα σκάφη, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν τα επιβατηγό πλοία που έκαναν τα δρομολόγια προς και από την Θάσο “ΑΛΕΞΗΣ”, “ΜΑΡΙΑ” και “ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ”. Η περιοχή της παραλίας εμφανίζεται με τη διαμόρφωση που είχε τότε, πριν την ευρεία οικοδόμηση των πολυκατοικιών που ακολούθησε. Στο βάθος διακρίνονται εμβληματικά κτίρια όπως η Λέσχη, το Δημαρχείο το Παρθεναγωγείο (Δημοτικό σχολείο).
Κώστας Παπακόσμας
Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις

Καβάλα: Ακτή Καλαμίτσας, σύμβολο καλοκαιρινής ζωής και τουριστικής ανάπτυξης

Δημοσιεύτηκε στις

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από ένα απροσπέλαστο λοιμοκαθαρτήριο των αρχών του 20ού αιώνα, σε μια εύφορη περιοχή γεμάτη μπαξέδες και με την πάροδο των χρόνων, σε συνώνυμο της θαλάσσιας αναψυχής, της

απόλυτης ξεγνοιασιάς και της τουριστικής εξέλιξης μιας πόλης: αυτή θα μπορούσε να είναι, εν συντομία, η ιστορία της ακτής Καλαμίτσας, της πιο αγαπημένης παραλίας των Καβαλιωτών αλλά και χιλιάδων επισκεπτών κάθε καλοκαίρι.

 

Η ακτή απέχει τέσσερα χιλιόμετρα από το κέντρο της Καβάλας και βρίσκεται στην συνοικία της Κηπούπολης, δυτικά της πόλης, σε μία από τις νεότερες οικιστικές περιοχές. Εκτείνεται σε περίπου 850 μέτρα, μέσα σε έναν όμορφο κλειστό κόλπο μήκους τριών χιλιομέτρων, με καθαρά, ρηχά νερά και αμμώδη βυθό.

 

Πρόκειται για μια ακτή με μακρά ιστορία, οι υφιστάμενες υποδομές της οποίας υπέστησαν σημαντικές καταστροφές κατά τη διάρκεια του φετινού χειμώνα. Οι ζημιές που προκάλεσε η θεομηνία που έπληξε την Καβάλα αποτέλεσαν, σύμφωνα με τοπικούς παράγοντες, το τελειωτικό χτύπημα σε μια εικόνα εγκατάλειψης δεκαετιών.

 

Την τελευταία τετραετία, ο δήμος Καβάλας ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια προκειμένου η ακτή να παραχωρηθεί από την ΕΤΑΔ στον δήμο, ώστε να καταστεί δυνατή η ουσιαστική συντήρησή της. Πριν από λίγες ημέρες, η υπό έγκριση σύμβαση συζητήθηκε στο δημοτικό συμβούλιο. Όπως φαίνεται, για πρώτη φορά οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία που θα επιτρέψει τον εξωραϊσμό και την αναβάθμιση της δημοφιλούς ακτής.

 

Η ακτή Καλαμίτσας και η τουριστική ανάπτυξη της πόλης

 

Η ακτή και το παραλιακό μέτωπο του κόλπου της Κηπούπολης παραμένουν μία από τις πιο δημοφιλείς περιοχές για τους κατοίκους της Καβάλας, για τα μπάνια, τις βόλτες και τις αθλητικές δραστηριότητές τους. Είναι ένας τόπος γεμάτος καλοκαιρινές αναμνήσεις. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτέλεσε πόλο έλξης όχι μόνο για τους ντόπιους, αλλά και για κατοίκους της Δράμας, εποχικούς επισκέπτες και τουρίστες. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η κατασκευή ενός μεγάλου, σύγχρονου ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1976 και έκτοτε αποτελεί τουριστικό και αναπτυξιακό τοπόσημο για την περιοχή.

 

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, η ακτή της Καλαμίτσας αποτυπώνεται, μαζί με το νεόκτιστο τότε εντυπωσιακό ξενοδοχείο, σε έγχρωμες καρτ ποστάλ της εποχής, προβάλλοντας και διαφημίζοντας την Καβάλα ως τουριστικό προϊόν και τόπο διακοπών.

 

Μέχρι και τη δεκαετία του 1990, οπότε ξεκίνησε σταδιακά η ανάπτυξη του παραλιακού μετώπου στη δυτική πλευρά της Καβάλας (με ευκολότερη πρόσβαση σε περιοχές όπως το Παληό, τη Νέα Ηρακλείτσα, τη Νέα Πέραμο και την Τούζλα), η ακτή Καλαμίτσας αποτελούσε σημείο αναφοράς και τόπο συγκέντρωσης χιλιάδων λουόμενων τους καλοκαιρινούς μήνες.

 

 

 

 

 

 

Καλοκαιρινές μνήμες και ιστορίες ανθρώπων

 

Ο ερευνητής τοπικής ιστορίας Κώστας Παπακοσμάς, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, υπογραμμίζει ότι «πριν από το 1950, οι Καβαλιώτες προσέγγιζαν την ακτή μόνο με βάρκες. Όταν κατασκευάστηκαν οι δρόμοι, κατακλύστηκε όχι μόνο από τους ντόπιους αλλά και από κατοίκους γύρω περιοχών. Για αρκετά χρόνια, μέρος της ακτής λειτουργούσε υπό τη φροντίδα του ΕΟΤ, που είχε κατασκευάσει υποδομές πρωτοποριακές για την εποχή  και η πρόσβαση απαιτούσε εισιτήριο. Επί δημαρχίας του αείμνηστου Λευτέρη Αθανασιάδη, οι φράκτες που εμπόδιζαν την πρόσβαση καταργήθηκαν, όπως και τα εκδοτήρια εισιτηρίων, οπότε η ακτή άνοιξε για όλους, αφού είχε παραχωρηθεί κατά χρήση από τον ΕΟΤ στον δήμο Καβάλας για 30 χρόνια (η παραχώρηση έληξε το 2015)».

 

«Η Καλαμίτσα ήταν η εξοχή της Καβάλας. Ήταν η πρώτη παραλία, όπου άνδρες και γυναίκες έκαναν μαζί μπάνιο. Μέχρι την έλευση των προσφύγων το 1922, οι γηγενείς Καβαλιώτες δεν είχαν τα θαλάσσια μπάνια ως μορφή αναψυχής. Αυτό άλλαξε από τη δεκαετία του 1930, όταν η Καλαμίτσα άρχισε να δέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών», σημειώνει ο κ. Παπακοσμάς.

 

Ο 84χρονος Περικλής Αντωνιάδης αποτελεί ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της καθημερινότητας της παραλίας. Σχεδόν κάθε πρωί περπατά στην ακτή και, όταν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες, κολυμπά μαζί με δεκάδες χειμερινούς κολυμβητές που επιλέγουν την Καλαμίτσα ως σημείο συνάντησης. «Στα χρόνια της νιότης μου», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «το να έρθεις από την Καβάλα εδώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Θυμάμαι την εποχή που λειτουργούσε την ακτή ο ΕΟΤ και αλλάζαμε στα αποδυτήρια. Υπήρχε προσωπικό που μας έδινε πράσινους σάκους για τα ρούχα μας και τα παραδίδαμε για φύλαξη».

 

«Πάντα, μετά τη δουλειά τα καλοκαίρια», συνεχίζει ο κ. Αντωνιάδης, «ερχόμασταν για μπάνιο και μετά επιστρέφαμε σπίτι. Η Καλαμίτσα τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν η πιο σύγχρονη παραλία για κολύμπι. Έρχονταν μέχρι και Δραμινοί. Ήταν όμορφα, ξέγνοιαστα χρόνια. Αυτή η ακτή έχει γράψει τη δική της ιστορία στη ζωή μας, που έγινε ακόμη πιο συναρπαστική, όταν λειτούργησε το ξενοδοχείο. Για τα μάτια μας τότε, ήταν κάτι πραγματικά μεγάλο».

 

Το αναπτυξιακό αποτύπωμα του ξενοδοχείου

 

Το ξενοδοχείο με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική και την μοναδική θέα στη θάλασσα συμπληρώνει φέτος πενήντα χρόνια λειτουργίας, καθώς άνοιξε τις πόρτες του την 1η Απριλίου 1976. Όπως και η ακτή που το φιλοξενεί, στην αρχή του κόλπου και στο άκρο μιας μικρής χερσονήσου, το ξενοδοχείο LUCY διέγραψε μια παράλληλη πορεία εξέλιξης, αποτελώντας ισχυρό τοπόσημο για την περιοχή.

 

Ο συνιδιοκτήτης του και πρόεδρος του Συνδέσμου Ξενοδόχων Καβάλας, Αντώνης Μιτζάλης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει: «Το ξενοδοχείο ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1969 από τον παππού μου, Γιάννη Σαράντη, όταν η περιοχή ακόμη δεν είχε καμία τουριστική ή οικιστική ανάπτυξη. Ήταν ένας οραματιστής άνθρωπος. Αν και δεν είχε σχέση με τον τουρισμό, αγόρασε το οικόπεδο και ξεκίνησε να δημιουργεί κάτι μεγάλο και ξεχωριστό. Λίγο μετά το 1970, ο ΕΟΤ προχώρησε σε υποδομές στην ακτή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας. Χάρη στο ξενοδοχείο και τις υποδομές αυτές, η Καβάλα μπήκε ξαφνικά στον τουριστικό χάρτη, χωρίς να το περιμένει κανείς».

 

Το ξενοδοχείο υπήρξε πρωτοποριακό για την εποχή του, όχι μόνο ως αρχιτεκτονικό έργο, με τη χαρακτηριστική δωρική πολυτέλεια που το διακρίνει, αλλά και για τις παροχές του. Μεγάλες αίθουσες εκδηλώσεων, πισίνα, σύγχρονα δωμάτια και, κυρίως, άμεση πρόσβαση σε μια εξαιρετική ακτή με πεντακάθαρα νερά.

 

«Η επένδυση αυτή πριν από πενήντα χρόνια ήταν μεγάλο ρίσκο», σημειώνει ο κ. Μιτζάλης και προσθέτει: «Εκείνο που βάρυνε ήταν η αγάπη του για την πόλη και η πίστη στη δυναμική της. Ο παππούς μου ήθελε να δημιουργήσει κάτι όμορφο. Επέλεξε έναν νέο ταλαντούχο αρχιτέκτονα με σπουδές στην Αυστρία, τον Δημήτριο Αθανασιάδη, και δεν έκανε εκπτώσεις στην ποιότητα, το μάρμαρο και το ξύλο κυριαρχούσαν παντού».

 

Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, το ξενοδοχείο παραμένει σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ακτή της Καλαμίτσας. Στην εκ βάθρων ανακαίνιση που έγινε την περίοδο 2007 – 2010, το ξενοδοχείο δεν αλλοίωσε διόλου την εξωτερική του εικόνα. Οι αρχιτεκτονικές γραμμές της δεκαετίας του 1970 κρατήθηκαν αναλλοίωτες, ως μια ανάμνηση και φόρος τιμής στο όραμα ενός ανθρώπου που επένδυσε στην περιοχή. Στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, με θέα την πανέμορφη ακτή, μέσα σε μια προθήκη εκτίθενται μικρά αναμνηστικά από την 50χρονη ιστορία μιας σημαντικής τουριστικής επένδυσης.

 

Η ιστορία της Καλαμίτσας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις επιλογές ανθρώπων που τόλμησαν να επενδύσουν, να οραματιστούν και να μεταμορφώσουν μια περιοχή. Μια ακτή που, παρά τις δυσκολίες και τις φθορές του χρόνου, εξακολουθεί να αποτελεί σύμβολο της τουριστικής ανάπτυξης και της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς για την Καβάλα -και όχι μόνο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Βασίλης Λωλίδης

Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Ειδήσεις, Περιηγήσεις