Χρονόμετρο

    Ερμής ο Αμφιπολίτης

    Δημοσιεύτηκε στις

     

    Σε ένα ψηφιδωτό που το χαρακτηρίζει μοναδική πλαστικότητα μορφών για το τέλος του τέταρτου αιώνα.

    Η ελεύθερη κίνηση του Ερμή, η χρήση μη συμβατικής έκφρασης στο πρόσωπό του, που ξεφεύγει από την κλασική απόδοση χαρακτηριστικών και θυμίζει πραγματικό πρόσωπο, καθιστούν το ψηφιδωτό πρωτοποριακό για την εποχή του.

    Ο καλλιτέχνης τόλμησε να κάνει την υπέρβαση και να ξεφύγει από την άκαμπτη στατικότητα των μορφών που συναντάμε στα ψηφιδωτά της Πέλλας της ίδιας περιόδου.

    Η τεχνική παρουσιάζει επίσης μοναδικά χαρακτηριστικά καινοτομίας που δεν απαντώνται σε κανένα γνωστό ψηφιδωτό που έχει ως τώρα βρεθει.

    Χρησιμοποιείται ασφαλώς το βότσαλο ως δομική μονάδα ψηφίδας, κάτι που είναι και χαρακτηριστικό των πρώτων ψηφιδωτών, όμως η σχέση των ψηφίδων μεταξύ τους είναι και πάλι πρωτοποριακή. Αφήνεται κενό, χρωματισμένο και με τέτοιες διαστάσεις που είναι ικανό να προσδώσει την ελευθερία στο βλέμμα να καθορίσει το περίγραμμα των μορφών και το περιεχόμενο του αντικειμένου. Καθώς το μάτι ταξιδεύει από σημείο σε σημείο στο ψηφιδωτό, η ταχύτητα του βλέμματος προσδίδει ειδική εντύπωση στο αντιληπτικό αισθητήριο του θεατή. Λεπτομέρειες που φανερώνονται όταν το μάτι αφήνεται ελεύθερο να περιπλανηθεί κι όταν δεν εστιάζει σε αυτές.

    Θα έλεγε κανείς ότι οι Πλατωνικές θεωρίες περί Ιδεών, Μορφών και απεικόνισης του Αοράτου μέσα από καθορισμένες υλικές σχέσεις μετουσιώνονται με έναν ιδιαίτερα μυστικό τρόπο στο ψηφιδωτό της Αμφίπολης. Μας μαθαίνει ο Ερμής πως να χρησιμοποιούμε τον έσω οφθαλμό μας αποτυπώνοντας την ιδέα της εικόνας στην ψυχή μας.

    Ξεχωριστές αντιθέσεις, διαχρωματικά συμπυκνώματα και πυκνώματα συνθέτουν μια αέναη και διαρκή κίνηση στο αθέλητο-ηθελημένο ταξίδι της Περσεφόνης προς το επέκεινα.

    Το μικρόν και το μέγα συνομιλούν, συνθέτοντας, αντιμάχονται με σκοπό ακόμα άγνωστο σε εμάς. Ίσως ο Ερμής να μας δείχνει που πρέπει να κοιτάξουμε. Μας οδηγεί στο σωστό μέρος.

    Ένα μεταφυσικό έργο τέχνης σχεδιασμένο να εξυπηρετεί βαθιά θρησκευτικές ανάγκες και διεργασίες. Τα κίνητρα και οι αρχές της τέχνης αυτής καθόρισαν την μετέπειτα χριστιανική αγιογραφία και την κοσμική αναγέννηση.

    Ένα έργο τέχνης που αναμφίβολα θα του άξιζε η παγκόσμια αναγνώριση μέσα από εργασίες και αναλύσεις των ειδικών.

     

     

    ΠΗΓΗ:

    Τα Ἀπόῤῥητα του Τύμβου Καστά

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    Σεφ έκανε μαθήματα κεραμικής για να κατασκευάζει και τα πιάτα στα οποία σερβίρει τις δημιουργίες του    

    Δημοσιεύτηκε στις

     

     

     

     

    «Χαϊδεύει» με τα χέρια του τον πηλό, ενώ αυτός περιστρέφεται στον τροχό, για να του δώσει το σχήμα που επιθυμεί. Όταν είναι έτοιμο, το κόβει με ένα σύρμα και αφού στεγνώσει, σκαλίζει τα σχέδια που φαντάστηκε στο πλαίσιο γύρω του και το σφραγίζει με το λογότυπό του, για να ψηθεί, να σταθεροποιηθεί και να υαλωθεί. Το πιάτο που προέκυψε, δεν κατασκεύασε κάποιος κεραμίστας, αλλά ένας …σεφ. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος, όταν εμπνέεται ένα πιάτο, είναι εκατό τοις εκατό δικό του, από το σκεύος, το περιεχόμενο, μέχρι την τελευταία πινελιά στη γεύση.

     

    «Όταν εμπνέομαι μία συνταγή, οραματίζομαι και το κατάλληλο πιάτο το οποίο στο οποίο θα στηθεί, ώστε να δένουν απόλυτα η γεύση με τη συνολική εικόνα. Άλλωστε πιστεύω πως εξίσου σημαντικό ρόλο με το φαγητό, παίζει και το σκεύος στο οποίο σερβίρεται», δηλώνει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο executive chef Γιώργος Παπαδόπουλος. «Όταν λοιπόν επισκέφτηκα ένα εργαστήριο κεραμικής στη Θεσσαλονίκη για να παραγγείλω τα πιάτα πάνω στα οποία θα σερβίρω τις δημιουργίες μου για τη νέα μου συνεργασία με ξενοδοχείο της Χαλκιδικής, εντυπωσιάστηκα τόσο από τη διαδικασία, που ζήτησα να μου δείξουν πώς γίνεται», εξηγεί.

     

    Με μεγάλη προθυμία οι έμπειροι κεραμίστες έδωσαν τα φώτα τους στον 48χρονο σεφ, ο οποίος, αφού απέκτησε τις βάσεις και μετά από πολλά πειράματα, σχεδιάζει πλέον και κατασκευάζει ο ίδιος το κάθε πρώτο πιάτο για τα φαγητά του, και έπειτα δίνει το σχέδιο για παραγωγή. «Φιλοδοξώ τουλάχιστον ένα από τα εστιατόρια του ξενοδοχείου στο οποίο εργάζομαι, να σερβίρει το σύνολο του μενού, σε πιάτα που έχω εμπνευστεί και κατασκευάσει εγώ», επισημαίνει.

     

    Ο Γιώργος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Δράμα. Σε ηλικία 15 ετών, αμέσως μετά το γυμνάσιο, γράφτηκε σε σχολή τουριστικών επαγγελμάτων στην Κρήτη, ενώ η επαγγελματική του σταδιοδρομία ήταν ανέλπιστα στρωτή. «Εργάστηκα σε πολύ μεγάλες αλυσίδες ξενοδοχείων, αρχικά από τον κατώτερο βαθμό, ως γ’ μάγειρας και κατέληξα να γίνω executive chef», λέει. Βέβαια, στην πορεία της καριέρας του, ανακάλυψε ότι o προπάππος του διατηρούσε ταβερνείο στα παράλια της Οινόης, στον Εύξεινο Πόντο και μάλιστα ήταν ο μοναδικός στην περιοχή που είχε χαβιάρι.

     

    Μετά από μία μακρά διαδρομή σε ξενοδοχεία σε Ευρώπη, Τουρκία, Ρωσία και Αμερική, επέστρεψε από τον Καναδά στην Ελλάδα, για να διευθύνει τα εστιατόρια πολυτελούς ξενοδοχείου στην Κασσάνδρα, γιατί …σαν τη Χαλκιδική δεν έχει. «Ήδη από πέρυσι ανήκω στο δυναμικό του ξενοδοχείου, το οποίο λόγω της πανδημίας δεν άνοιξε. Αυτή ωστόσο, ήταν για μένα μία δημιουργική περίοδος, στην οποία έκανα την προετοιμασία, αναζητώντας μικρούς παραγωγούς και ποιοτικά ελληνικά προϊόντα, ώστε πριν λίγες εβδομάδες που ανοίξαμε να είμαστε απόλυτα έτοιμοι», εξηγεί, τονίζοντας ότι οι περιοχές της Ελλάδας όπου παράγονται τα προϊόντα που αποτελούν τα υλικά των συνταγών του, καθοδηγούν την έμπνευσή του και για τον σχεδιασμό των πιάτων του (ως σκεύη).

     

    Το ξενοδοχείο στο οποίο εργάζεται έχει 81 μάγειρες σε έξι εστιατόρια, το καθένα εκ των οποίων εξειδικεύεται σε κάτι διαφορετικό. Ο ίδιος, είναι ο επικεφαλής όλων των σεφ. «Εκτός από το fine dining, στο οποίο έχουμε premium κοπές κρεάτων, όλα τα υπόλοιπα εστιατόριά μας, δουλεύουν μόνο με ελληνικά προϊόντα», τονίζει ο κ. Παπαδόπουλος.

     

    Οι καλές κριτικές των φιλοξενούμενων στα εστιατόρια στα οποία ηγείται, του δίνουν δύναμη και πολλαπλασιάζουν την όρεξη για δημιουργία. Ως ανταπόδοση, ο 48χρονος σεφ τα τελευταία χρόνια δημιούργησε τη φιλοσοφία της γευστικής μνήμης. «Ουσιαστικά παίρνω παλιές συνταγές από φαγητά που τρώγαμε στην κουζίνα της γιαγιάς ή της μαμάς και τα μεταφέρω στη σύγχρονη εποχή. Για παράδειγμα η μνήμη που έχω από τις πατάτες γιαχνί, που έτρωγα μικρός συνοδεία φέτας, είναι ένα από τα πιάτα μου, ακριβώς ίδιο με εκείνη τη γεύση, αλλά εντελώς διαφορετικό στην όψη. Φέρνω τις πατάτες με μία σύγχρονη τεχνική σε σφαιροποίηση, κάνω το τυρί σε πούδρα και τη σάλτσα λίγο διαφορετικά και αυτομάτως η παρουσίαση γίνεται …μοντέρνα», τονίζει, αποκαλύπτοντας ότι πρόκειται να σχεδιάσει με ιδιαίτερη αγάπη ένα πιάτο που θα φιλοξενεί και αυτή τη συνταγή. «Για το συγκεκριμένο αγαπημένο μου πιάτο, θέλω να σχεδιάσω ένα σκεύος που θα είναι επίσης εμπνευσμένο από μνήμες της παιδικής μου ηλικίας», αναφέρει.

     

     

     

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    Καβάλα: Με πινέλα και χρώματα μεταμορφώνει ζωγραφικά κάθε επιφάνεια μεταφέροντας μηνύματα και συναισθήματα

    Δημοσιεύτηκε στις

    Ήταν το 2008, όταν η μικρότερη κόρη του τον προέτρεψε να ζωγραφίσει την τάξη του λυκείου όπου φοιτούσε. Έκτοτε, ο Γιάννης Κανίογλου δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα να κάνει αυτό που ξέρει και αγαπά από μικρός: να εκφράζεται με πινέλα και χρώματα! Μπορεί να σπούδασε ηλεκτρονικός και επί σειρά ετών να εργάστηκε στον ΟΤΕ, ωστόσο η μεγάλη του αγάπη, η τέχνη μέσα από την οποία εκφράζεται και με την οποία μπορεί να ασχοληθεί για ώρες ολόκληρες, είναι η ζωγραφική.

     

    Τα τελευταία δεκατρία χρόνια, ο Γιάννης Κανίογλου έγινε συνώνυμο της δημιουργικής διάθεσης, της αγάπης του για τα παιδιά, της επικοινωνίας που αναπτύσσει μαζί τους μεταλαμπαδεύοντάς τους τα οφέλη που προσφέρει η ζωγραφική.

     

    Την ίδια στιγμή, χάρη στην υπομονή που τον διακρίνει, την αγάπη του για το περιβάλλον αλλά και την ανάγκη του να εξωτερικεύσει συναισθήματα και σκέψεις που αποτελούν εφαλτήριο για την αναβάθμιση των δημόσιων χώρων, ξεκίνησε να ζωγραφίζει εξωτερικές επιφάνειες ομορφαίνοντας τις γειτονιές και προσδίδοντας σ’ αυτές ταυτότητα και χαρακτήρα.

     

    Σήμερα, σχολεία όλων των βαθμίδων στην Περιφερειακή Ενότητα Καβάλας, αλλά και στη Σαντορίνη, παιδικοί σταθμοί, νηπιαγωγεία, ΚΑΠΗ, κοινωφελή ιδρύματα αλλά και δημόσιοι ανοιχτοί χώροι κοσμούνται από ζωγραφικά έργα του. Είναι ένας ευγενής και ιδιαίτερα δραστήριος άνθρωπος που ζει στις Ελευθερές Καβάλας του δήμου Παγγαίου. Μετά την εθελούσια αποχώρησή του από την υπηρεσία αφιέρωσε όλο τον χρόνο του στη ζωγραφική. Είναι πραγματικά εντυπωσιακές οι ζωγραφικές εικόνες που συναντάει κάποιος σε σχολεία και οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν αφιλοκερδώς με την καθοδήγηση του ίδιου αλλά πάντα με την ενεργό συμμετοχή των παιδιών ή και των εκπαιδευτικών.

     

    «Ποτέ δεν ζωγραφίζω μόνος», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιάννης Κανίογλου και εξηγεί: «η συμμετοχή των ανθρώπων του φορέα που με καλεί είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μένα ώστε το τελικό αποτέλεσμα να αποτελεί συλλογική προσπάθεια, που θα έχει και παιδευτικό χαρακτήρα. Όταν με καλούν σε ένα σχολείο, για παράδειγμα, αρχικά θα μιλήσω στα παιδιά για το τι θέλουν να ζωγραφίσουν, για τις ιδέες που έχουν. Θα συζητήσουμε για την τέχνη και μαζί θα καταλήξουμε στην τελική ιδέα. Στη συνέχεια όλοι μαζί, δηλαδή οι μαθητές, οι γονείς ή και οι εκπαιδευτικοί, θα μεταφέρουμε στους τοίχους της τάξης ή τους τοίχους του σχολείου, αυτό που εμπνευστήκαμε. Μόνο έτσι τα παιδιά γίνονται κοινωνοί του έργου τους και το προστατεύουν».

     

     

     

    Η ζωγραφική σε απελευθερώνει

     

     

     

    «Είναι σημαντικό», επισημαίνει ο κ. Κανίογλου, «μέσα από τη ζωγραφική να στέλνεις μηνύματα και να δίνεις τη δυνατότητα στους άλλους να εκφράζονται. Από τις πιο ξεχωριστές δουλειές ήταν αυτή που είχε γίνει στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων στην Ελευθερούπολη, όπου εκεί συνεργάστηκα εξαιρετικά με τους τροφίμους όλων των ηλικιών, αλλά και τα στελέχη. Το αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής δουλειάς ήταν μαγικό. Είναι ξεχωριστό συναίσθημα μέσα από τη ζωγραφική να δίνεις στον άλλον την αίσθηση της ελευθερίας, ζωγραφίζοντας για παράδειγμα πατερίτσες πεταμένες στο γρασίδι, όταν στην πραγματικότητα ο δημιουργός της ζωγραφιάς είναι καθηλωμένος σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο».

     

    Από τις πιο όμορφες ζωγραφικές δουλειές που θυμάται είναι στη Σαντορίνη, όταν τον κάλεσαν τρεις φορείς για να ζωγραφίσει το λύκειο της Θήρας, το γυμνάσιο του Εμπορίου και το δημοτικό σχολείο του Ακρωτηρίου, ενώ έχει δεχθεί μια ακόμα πρόσκληση από τον δήμο Σαντορίνης για να φιλοτεχνήσει εξωτερικούς δημόσιους χώρους στο νησί.

     

    Οι δημιουργικές ανησυχίες του Γιάννη Κανίογλου δεν περιορίζονται μόνο στη ζωγραφική σε μεγάλες επιφάνειες. Όντας ο ίδιος λάτρης της φύσης, αλλά και της υγιεινής ζωής, τα τελευταία χρόνια ζωγραφίζει και σε επιφάνειες που παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά υλικά που θα οδηγούνταν στην καταστροφή. Έτσι, χάρη στη διάθεση, τη φαντασία και την αγάπη του για το περιβάλλον ζωγραφίζει πάνω σε παλιά σκεύη και έπιπλα, σε κουπιά, σκάφες, θαλασσόξυλα, κορμούς δέντρων κ.α.

     

    «Είμαι υπέρμαχος της επανάχρησης των υλικών. Θεωρώ ότι τίποτα δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένο. Μέσα από τέτοιες δράσεις και τεχνικές δίνεις πάλι ζωή σε αντικείμενα που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν πεταχτεί. Η επαναχρησιμοποίηση των ανακυκλώσιμων υλικών είναι μια πράξη σεβασμού στο περιβάλλων και τη ζωή», αναφέρει χαρακτηριστικά.

     

     

     

    • Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο κ. Κανίογλου
    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    Οι χαρταετοί στην τέχνη             

    Δημοσιεύτηκε στις

     

     

     

     

    Καθαρή Δευτέρα διαφορετική για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά λόγω πανδημίας, με lockdown και ουκ ολίγες δυσοίωνες σκέψεις να επελαύνουν. Μια δόση ευεξίας φέρνει η χρωματική αύρα χαρταετών που ξεχειλίζουν από πάθος για ζωή ανοίγοντας ένα παράθυρο αισιοδοξίας.

     

    Το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, με την ευκαιρία του εθίμου της Καθαρής Δευτέρας, παρουσιάζει χαρταετούς από τη νεοελληνική ζωγραφική. Οι εικόνες συνοδεύονται από περιγραφή των έργων από τους ίδιους τους ζωγράφους, ενώ την επιμέλεια του θέματος έκανε η δημοσιογράφος Νατάσσα Δομνάκη.

     

     

     

    Χαρταετός του Αλέξη Ακριθάκη (1939-1994)

     

    Με την οριστική επιστροφή του στην Ελλάδα το 1984, ο θρυλικός καλλιτέχνης ζωντανεύει με τους χαρταετούς του τις βιωμένες χαρές παιδικών αναμνήσεων. Υποδέχεται την άνοιξη του 1985 με μια έκθεση χαρταετών. Σε κάποιο από τα πολυάριθμα ημερολόγια του σημειώνει: «Ένα μήνα, τουλάχιστον, πριν από την Καθαρή Δευτέρα αρχίζαμε δουλειά… τρέχαμε στις ρεματιές για να βρούμε καλάμια-αγοράζαμε λαδόκολλες χρωματιστές και σπάγκους. Όσο θυμάμαι τα χρόνια εκείνα δεν μου έτυχε Καθαρή Δευτέρα που να μην είχα πάνω από (10) δέκα χαρταετούς. Άλλος πήγαινε μακριά, άλλος ψηλά, άλλος με ξυράφια και πάντα ανάλογα του αέρα τους ζυγιάζαμε έτσι ώστε να πετάνε με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν τεχνικές πονηριές που ο κάθε κατασκευαστής τις κρατάει μυστικές. Να τον κάνεις να πετάει μόνο ψηλά ή πάλι χαμηλά και μακριά, να έχεις πολλούς χαρταετούς κι ανάλογα με τον αέρα να τους χρησιμοποιείς».

     

    ΑΚΡΙΘΑΚΗΣ, εκδ. ΙΤΑΝΟΣ, Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου

     

     

    Χαρταετοί στην Ακρόπολη (1952) του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (1906-1994)

     

    «Τα έργα μου της εποχής εκείνης είναι σαν σιωπηλές συμφωνίες από γεωμετρικά σχήματα και φωτεινά χρώματα.

     

    Είναι αφηρημένες αρχιτεκτονικές συνθέσεις όπου συνδυάζονται κομμάτια από βράχους, σπίτια, τοιχοδομίες, σκαλοπάτια, μαντρότοιχοι, ουρανός, θάλασσα και όπου τα κινούμενα στοιχεία είναι πουλιά, σύννεφα και χαρταετοί».

     

    Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Λόγος για την Ύδρα, περ. Ευθύνη, τεύχος 158, Φεβρουάριος 1985

     

     

     

    Χαρταετός Όπυς Ζούνη (1941-2008) – Ακρυλικό σε ξύλινη κατασκευή

     

    «Από το 1987 καταπιάνομαι με πολύγωνα και μελετώ από τότε ποικίλες μορφές εξαγώνων. Το 1988 όμως σκέφτηκα ένα ακανόνιστο οκτάγωνο που για μένα είναι η ανάκληση του χαρταετού. Επιδίωξα την ανάλυση των εσωτερικών σχημάτων και χρωμάτων με συμμετρικές λύσεις πάνω στα τρίγωνα που σχηματίζονται από ευθείες που ξεκινούν από το χρωματικό κέντρο βάρους του οκταγώνου και καταλήγουν στις κορυφές του, υποβάλλοντας έτσι μια δυναμική αίσθηση. Καθένα απ’ αυτά τα οκτάγωνα είναι αυτόνομο αλλά μπορεί να δημιουργήσει με άλλα δύο, τέσσερα ή έξι μια επίτοιχη εγκατάσταση».

     

    Όπυ Ζούνη, τάξη στο χάος Ordo ab Chao. Έκδοση 2016, συνοδευτική της ομώνυμης αναδρομικής έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατο της κορυφαίας εκπροσώπου της γεωμετρικής αφαίρεσης στην ελληνική τέχνη

     

     

     

     

    Χαρταετός (1959) του Αλεξανδρινού ζωγράφου Γιάννη Μαγκανάρη (1918-2007)

     

    Ο επίσης Αλεξανδρινός, Στρατής Τσίρκας σημείωνε για το έργο του Μαγκανάρη: «Πέτρες, νερά και σύννεφα είναι για τον Μαγκανάρη τα κεφάλαια ενός κώδικα που καταγράφει την πορεία του ανθρώπου πάνω στη γη, σημεία φυγής και στήριξης σε μια προοπτική που διαρκώς αλλάζει με την παρέμβαση της τέταρτης διάστασης: του χρόνου».

     

     

    Κούλουμα (1950) του Σπύρου Βασιλείου (1902-1985)

     

    Το τραπέζι με τους μεζέδες της Σαρακοστής, έργο του μπάρμπα Σπύρου όπως τον αποκαλούσαν φίλοι και θαυμαστές του, φέρνει στο νου τα καθιερωμένα Κούλουμα στο σπίτι του ζωγράφου, στην οδό Ουέμπστερ αρ.5, δίπλα στου Φιλοπάππου με τους χαρταετούς, ορόσημο της Καθαρής Δευτέρας στην Αθήνα.

     

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    ΘΕΑΓΕΝΗΣ Ο ΘΑΣΙΟΣ: Ένας υπερ ήρωας της αρχαιότητας

    Δημοσιεύτηκε στις

     

     

    Η φυσική του δύναμη τoν ανύψωσε ψηλά με αποτέλεσμα τα ρωμαϊκά χρόνια να τον λατρεύουν ως υπεραθλητή

     

    Για τα παιδιά και τους νέους της σημερινής εποχής οι υπέρ ήρωες βγαίνουν από τα κινηματογραφικά στούντιο της MARVEL, η οποία στις ταινίες της έχει εμπλουτίσει τον κατάλογο των παλαιών ονομάτων όπως είναι ο σούπερμαν, ο σπάϊντερμαν, με πάρα πολλά νέα ονόματα δημιουργώντας το δικό της μυθικό σύμπαν. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, στην αρχαία Ελλάδα είχαμε μια σειρά μυθικούς ήρωες οι οποίοι είχαν προκύψει από την συνάντηση θεών και ανθρώπων, γι’ αυτό και γεννιόταν σαν ημίθεοι. Αργότερα, μια σειρά θνητών, επειδή κατάφεραν μια σειρά από μεγάλα κατορθώματα κατάφεραν να κερδίσουν με την αξία τους και όχι λόγω καταγωγής και κληρονομικότητας τον χαρακτηρισμό του ήρωα άλλα και του ημίθεου.

     

    Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχε και ένα αθλητής, διάσημος όχι μόνο κατά τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους αλλά και στη ρωμαϊκή εποχή. Αυτός ήταν ο Θεαγένης ο Θάσιος, ο οποίος μυθολογείται ότι είχε φτάσει σχεδόν 1.500 νίκες στον αγωνιστικό στίβο. Έζησε κατά το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα, καταγόταν από τη Θάσο και ήταν γιος του Τιμοσθένη που ήταν ιερέας στον ναό του Ηρακλή και διακρίθηκε στο Παγκράτιο.

     

    Ο Θεαγένης έλαβε μέρος για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς αγώνες το 480 π.Χ. στο άθλημα της πυγμής (πυγμαχίας), στεφόμενος μάλιστα Ολυμπιονίκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα αγωνίστηκε στην Ολυμπιάδα του 476 π.Χ. στο Παγκράτιο, επικρατώντας και πάλι. Καταγράφονται εκτός από τις Ολυμπιακές του νίκες, σύμφωνα με τον Παυσανία τουλάχιστον 3 νίκες στα Πύθια, 9 στα Νέμεα και 10 στα Ίσθμια, άλλες στην πυγμή και άλλες στο παγκράτιο. Σε κάποιους αγώνες προς τιμήν του Αχιλλέα αγωνίστηκε στον δόλιχο δρόμο (δρόμος αντοχής, μήκους 2 σταδίων: ~3600 μ.) και επίσης νίκησε. Ο συνολικός αριθμός των νικών του σε αγώνες φθάνει σύμφωνα με διάφορες πηγές μεταξύ 1200 και 1400 Αναρτήθηκε άγαλμα του Θεαγένη στην ιερή Άλτιδα της Ολυμπίας, αλλά και στο νησί του τη Θάσο, αν και κάποια στιγμή οι συμπατριώτες του, μετά θάνατον, αποφάσισαν να τον εξορίσουν πετώντας το άγαλμά του στη θάλασσα, με συνέπεια να πληγεί το νησί από ξηρασία.

     

    Ο ήρωας θεραπευτής

     

    Ο Θεαγένης δοξασμένος από τις πολλές επιτυχίες έγινε αντικείμενο λατρείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μετά το θάνατό του οι Θάσιοι έστησαν στο νησί ανδριάντα προς τιμήν του. Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος που εν ζωή δεν είχε ποτέ καταφέρει να νικήσει τον Θεαγένη, πήγαινε κάθε νύχτα και χτυπούσε και μαστίγωνε τον ανδριάντα του. Μια βραδιά το άγαλμα φεύγοντας από τη βάση του έπεσε και σκότωσε τον άνθρωπο αυτόν. Την επόμενη μέρα τα παιδιά του κατηγόρησαν το άγαλμα για το φόνο του πατέρα τους και ζήτησαν να εφαρμοστεί ο νόμος, που προέβλεπε ισόβια εξορία από το νησί. Έτσι αποφασίστηκε να απομακρυνθεί ο ανδριάντας, που πετάχτηκε στη θάλασσα.

     

    Σύντομα μετά την πράξη αυτή η Θάσος πλήγηκε από μεγάλη ξηρασία. Ακολουθώντας έναν δελφικό χρησμό οι Θάσιοι επανέφεραν όλους τους εξόριστους στο νησί, αλλά μάταια. Μια δεύτερη επίσκεψη στην Πυθία έδωσε τον ίδιο χρησμό, επισημαίνοντάς τους όμως πως δεν τον είχαν ακολουθήσει την πρώτη φορά, αφού δεν είχαν επαναφέρει το “εξόριστο” άγαλμα του Θεαγένη. Καθώς απορούσαν πώς θα βρουν το άγαλμα στο βυθό, ένα ψαροκάικο αλίευσε τον ανδριάντα. Μόλις αποκαταστάθηκε αυτός ξανά στο βάθρο του, έπαυσε η ξηρασία. Πολλοί Θάσιοι θεώρησαν πως ο Θεαγένης ήταν Θεός-θεραπευτής, άρχισαν να τον λατρεύουν και να του προσφέρουν θυσίες.

     

    Σήμερα υπάρχει, πέρα από την ποδοσφαιρική ομάδα του νησιού και άγαλμα του Θεαγένη, στην παραλία της Θάσου, όμως το πιο διάσημο είναι ένα μπρούτζινο ρωμαϊκό γλυπτό, ο παλαιστή σε ανάπαυση που κοσμεί μουσείο στη Ρώμη, αλλά μεταφέρθηκε στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη.

     

     

    Ο χάλκινος παλαιστής, επίσης γνωστός ως Terme Boxer ή Boxer of the Quirinal , είναι ένα ελληνιστικό ελληνικό γλυπτό ενός γυμνού μπόξερ που κάθεται σε κατάσταση ηρεμίας, φορώντας ακόμα το καστέλο του , ένα είδος δερμάτινου περιτυλίγματος. Έχει χρονολογηθεί η κατασκευή την περιόδο, περίπου 330 έως 50 π.Χ. Ανακαλύφθηκε στη Ρώμη το 1885, και τώρα βρίσκεται στη συλλογή του Εθνικού Μουσείου της Ρώμης , που εμφανίζεται συνήθως στο Palazzo Massimo alle Terme .

     

    Το Boxer at Rest είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα χάλκινων γλυπτών που έχουν επιβιώσει από τον αρχαίο κόσμο. Οι επιζώντες της περιόδου είναι σπάνιοι, καθώς λιώνουν εύκολα και μεταμορφώνονται σε νέα αντικείμενα. Το έργο προέρχεται από μια περίοδο στην ελληνική τέχνη όπου υπάρχει μια κίνηση μακριά από εξιδανικευμένες ηρωικές απεικονίσεις του σώματος και της νεολαίας, και μια εξερεύνηση συναισθηματικών καθώς και ψυχολογικών θεμάτων και μεγαλύτερου ρεαλισμού. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι τυπικά της ελληνιστικής τέχνης και παρουσιάζονται προσεκτικά σε αυτό το γλυπτό, καθιστώντας το σήμα κατατεθέν του ελληνιστικού στυλ.

     

    Ανακάλυψη

    Το Boxer είναι ένα από τα δύο χάλκινα (το άλλο είναι ο άγνωστος Ελληνιστικός Πρίγκιπας ) που ανακαλύφθηκε στις πλαγιές του Quirinal μέσα σε ένα μήνα ο ένας από τον άλλο το 1885, πιθανώς από τα ερείπια των Λουτρών του Κωνσταντίνου. Φαίνεται ότι και οι δύο είχαν ταφεί προσεκτικά στην αρχαιότητα. Ο αρχαιολόγος Rodolfo Lanciani , ο οποίος ήταν παρών στην ανακάλυψη του γλυπτού, έγραψε:

     

    «Έχω δει, στη μακρά καριέρα μου στον ενεργό τομέα της αρχαιολογίας, πολλές ανακαλύψεις Έχω βιώσει έκπληξη μετά από έκπληξη. Έχω συναντήσει μερικές φορές και απροσδόκητα με πραγματικά αριστουργήματα. αλλά δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο εξαιρετική εντύπωση όπως αυτή που δημιουργήθηκε από το θέαμα αυτού του υπέροχου δείγματος ενός ημι-βάρβαρου αθλητή, που βγαίνει αργά από το έδαφος, σαν να ξύπνησε από μια μακρά ανάπαυση μετά από τους γενναίους αγώνες του»

     

     

    Το 1989 και τα δύο χάλκινα συντηρήθηκαν σχολαστικά από τον Νικόλαο Χίμελμαν, στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για την έκθεση τους στο Akademisches Kunstmuseum της Βόννης . Τα χείλη και οι πληγές και οι ουλές γύρω από το πρόσωπο ήταν αρχικά επικαλυμμένα με χαλκό και περαιτέρω χάλκινες επενδύσεις στον δεξιό ώμο, το αντιβράχιο, τον κάστο και το μηρό αντιπροσωπεύουν σταγόνες και στάγματα αίματος. Τα δάχτυλα και τα δάχτυλα των δακτύλων φοριούνται από τους περαστικούς στην αρχαιότητα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο Μπόξερ θάφτηκε προσεκτικά, όταν τα Λουτρά εγκαταλείφθηκαν, αφού οι Γότθοι σταμάτησαν την λειτουργεία των υδραγωγείων που μετέφεραν το νερό.

     

    Το άγαλμα εκτέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο του 2013 στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη ως μέρος του «Έτους Ιταλικού Πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες».

     

    Η λογοτεχνική και αισθητική υποδοχή του αγάλματος εξακολουθεί να εκτιμά ιδιαίτερα τις αισθητικές του αρετές. Το 1991 ο Thom Jones έγραψε το “The Pugilist at Rest”, μια μικρή ιστορία που περιλαμβάνει την αισθητική αντανάκλαση της σπάνιας ποιότητας του αγάλματος, όπως φαίνεται από τα μάτια ενός φθαρμένου και κουρασμένου μπόξερ που σκέφτεται την έμπνευσή του. Πρότεινε ότι το γλυτό αφορά τον φημισμένο αρχαίο πυγμάχο Θεαγένη. Κατά τη διάρκεια της εμφάνισής του στη Νέα Υόρκη το καλοκαίρι του 2013 (έληξε στις 20 Ιουλίου), το περιοδικό της Νέας Υόρκης δημοσίευσε στις 15 Ιουλίου 2013 μια πλήρη σελίδα αφιέρωσης στις ιδιαίτερες ιδιότητες και χαρακτηριστικά του αγάλματος.

     

     

    Ακολουθήστε μας στο google news πατώντας το βελάκι

    για να μαθαίνετε με ακρίβεια ό,τι συμβαίνει στην Καβάλα:

     

     

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    Ανεβαίνοντας στην κορυφή του Κιλιμάvτζαρο παρέα με τον 74χρονο Καβαλιώτη Γιάννη Καραδούκα

    Δημοσιεύτηκε στις

     

     

    Η πραγματική ιστορία ενός άντρα που έδωσε ραντεβού με την πραγματική του νιότη στην κορυφή της Αφρικής

    Γράφει η Κική Τσακαλδήμη

     

    Οι κορυφές και τα βουνά, με είχαν κερδίσει από καιρό. Από το 2015 συγκεκριμένα που αποφάσισα να κυνηγήσω τα όνειρά μου, ο πλανήτης μού γνέφει και με προσκαλεί να τον γνωρίσω όπως ποτέ πριν. Και μαζί με αυτόν ανακαλύπτω τον εαυτό μου. Έτσι γίνομαι κάθε μέρα που περνά σοφότερη και δυνατότερη. Και αυτά σας τα γράφω χωρίς το παραμικρό ίχνος έπαρσης, καθώς νιώθω πως τα βουνά μού μεταδίδουν με τον τρόπο τους τη σοφία της φύσης.

     

    Την οποία αν ο καθένας μας σιωπήσει κοντά της θα αφουγκραστεί να μας μιλάει ασταμάτητα και να μοιράζεται τα μυστικά της. Και το μοίρασμα αυτό είναι που με κάνει να θέλω να συνεχίζω να ανεβαίνω ψηλά και δίπλα μου να έχω ανθρώπους που πριν, ούτε καν τολμούσαν να σκεφτούν να ανεβούν σε βουνό. Βοηθώντας τους, μάλιστα, να πετύχουν το στόχο τους, καμαρώνω που ατενίζουν τον ορίζοντα πατώντας τη δική τους κάθε φορά κορυφή.

     

    Αυτό ακριβώς συνέβη και με τον φίλο Γιάννη Καραδούκα, ο οποίος στην ηλικία των 74 ετών έγινε η συντροφιά μου πριν από λίγους μήνες, για να πατήσουμε μαζί στην υψηλότερη κορυφή της Αφρικής: το όρος Κιλιμάντζαρο στα 5.895 μ.

     

    Τα χρόνια της ηλικίας του Γιάννη σαφώς και δεν αποτέλεσαν το σημείο αναφοράς αυτής της αποστολής, ούτε έγινε η ηλικιακή πρόκληση η πραγματική αιτία που αγαπώ να βοηθώ. Αυτό που με παρακινεί είναι το συναίσθημα που μου προκάλεσαν τα δάκρυα που με προσπάθεια συγκρατούσε στα μάτια του, όταν φτάνοντας στην κορυφή τού είπα: «Τα καταφέραμε!».

     

    Εκεί, στα σχεδόν 6.000μ, με -25C και έναν άνεμο να μας σφυροκοπά αδιάκοπα επί ώρες, με την ανάσα μας κομμένη από την έλλειψη οξυγόνου, ένιωθα τέτοια ικανοποίηση βλέποντας μπροστά μου έναν άντρα που στα 74 έτη του ξαναγεννιόταν. Πλημμύρισε σ΄ ένα πρωινό με όνειρα, λες και η ζωή μόλις ξεκινούσε για αυτόν.

     

    Στην οροφή της Αφρικής συνειδητοποίησα πως αξίζει να συνεχίζω να προσπαθώ να παρακινώ όσους περισσότερους ανθρώπους μπορώ και να κάνω τον κόσμο να δει, πως αν πραγματικά το πιστέψει και προσπαθήσει, όλα είναι δυνατά. Η απόδειξη στεκόταν ακριβώς δίπλα μου, ολοζώντανη και τρισευτυχισμένη.

     

    Την 1η Γενάρη του 2020 ο Γιάννης τη θεωρεί πλέον γενέθλια ημερομηνία και μαζί με αυτό δημιουργήθηκαν για ΄κείνον και ένα πλήθος από νέα όνειρα και στόχους.

     

    Η αρχή του ταξιδιού

    Όλα αυτά λοιπόν τα θαυμαστά ξεκίνησαν δύο χρόνια πριν, όταν έλαβα στο κινητό ένα μήνυμα.

     

    Ο Γιάννης συστήθηκε περιγράφοντας τα συναισθήματα και τις σκέψεις που του δημιούργησα όταν πρωτάκουσε την ιστορία μου για την ανάβαση στο Έβερεστ το 2017. Εμπνεύστηκε τόσο πολύ με τη δύναμη της ψυχής μου και μοιράστηκε την επιθυμία του να πεζοπορήσουμε κάποια στιγμή μαζί.

     

    Μέχρι τη μέρα εκείνη ο Γιάννης δεν είχε καμιά σχέση με αναβάσεις σε ψηλά βουνά. Συνήθιζε μόνο να περπατά με φίλους σε ορεινά μονοπάτια της περιοχής του. Όταν έπειτα από λίγο καιρό συναντηθήκαμε σε μια από τις πεζοπορίες που συνδιοργανώνω με το σύλλογο «Δρομέας Θράκης», μου εκμυστηρεύτηκε κάτι που με συγκλόνισε.

     

    Και δεν θα τον ξεχάσω ποτέ γεμάτο πάθος αλλά και μία υποψία συστολής, να μου λέει: «Κική, νιώθω πως όλα αυτά τα χρόνια που έζησα, ήταν σα να μάζευα ασταμάτητα ξύλα, κούτσουρο-κούτσουρο, λες και ετοιμαζόμουν να ανάψω μια φωτιά. Για κάποιο ανεξήγητο όμως λόγο δεν έβρισκα ούτε σπίρτα ούτε αναπτήρα. Μόνο μάζευα ξύλα. Και τότε ήρθες και με μιας άναψες το σπίρτο σου και η σπίθα σου έδωσε τις φλόγες της και φώτισε ο κόσμος μου όλος».

     

    Ομολογώ πως αυτή η παραβολή και παρομοίωση της γνωριμίας μας με τον Γιάννη με συγκίνησε βαθιά. Συναισθάνθηκα ακριβώς τι βίωνε μιας και το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και σ’ εμένα όταν το 2014 παρακολούθησα την ομιλία του Ινδού μέντορα και εκπαιδευτή μου για πάντα, Satyabrata Dam. Του αγαπημένου Σάτυα.

     

    Παράλληλα βίωσα και την αίσθηση της ευθύνης να ανταπεξέλθω στις προσδοκίες του. Είχα μπροστά μου έναν άντρα που στην όγδοη δεκαετία της ζωής του με κοιτούσε με βλέμμα εφήβου ζητώντας με να τον βοηθήσω να πραγματοποιήσει το μοναδικό του όνειρο. Να καταφέρει και αυτός να πατήσει στη δική του κορυφή. Και μάλιστα σύντομα, μιας που για εκείνον ο χρόνος ήταν πραγματικά πολύτιμος. Όταν έχεις γεννηθεί τη δεκαετία του ‘40 δεν αναβάλλεις τίποτε για την επόμενη μέρα.

     

    Επιθυμίες, αρχές και επικίνδυνα μονοπάτια.

    Παρέλειψα να αναφέρω πως η επιθυμία του Γιάννη, όπως αυτός την εξέφρασε σε μένα, είναι να ανέβει σε όσα περισσότερα ψηλά βουνά καταφέρει. Σπουδαίο όνειρο που δημιουργεί πραγματικά υπέροχο στόχο αλλά πολύ αόριστο. Αυτό το τελευταίο έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθεί και να ξεκαθαρίσει. Άλλωστε αυτή είναι η βασική αρχή της υλοποίησης των πάντων.

     

    Έτσι με την βοήθεια του Σάτυα, καταστρώσαμε ένα πλάνο δράσης και αναβάσεων σε όρη της χώρας μας, εμπλουτίζοντάς το με καθημερινή άσκηση για τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης αλλά και ενδυνάμωσης του μυϊκού συστήματος.

     

    Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, το πρώτο πραγματικά ψηλό βουνό που αποφασίσαμε να ανέβουμε μαζί ήταν το Κιλιμάντζαρο. Στην Τανζανία λοιπόν και στις απαιτήσεις να υψώνονται έξι χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, με ατμόσφαιρα τόσο λεπτή λόγω της έλλειψης οξυγόνου που ακόμη και έμπειροι ορειβάτες ψάχνουν τα πατήματά τους.

     

    Τα ερωτήματα εύλογα και πολυεπίπεδα όταν αναλογιζόμουν και τη δική μου πρώτη φορά σε βουνό άνω των 5.000 μέτρων. Ένας άντρας με το βαθμό εμπειρίας και τη δεδομένη ηλικία, μήπως παρασυρόταν σε επικίνδυνα μονοπάτια από το κοινό πάθος και τον ενθουσιασμό όλων μας; Γνώριζα βέβαια και τις ιστορίες των ανθρώπων που ανέβηκαν στο Έβερεστ στην ηλικία των 85 ετών.

     

    Με σωστή προετοιμασία, τη δυνατή θέληση που διαθέταμε σε απίστευτες ποσότητες και λίγη καλή τύχη πίστευα ότι θα τα καταφέρναμε.

     

     

    Δύο μήνες περίπου μετά την μέρα της κατάθεσης ψυχής που μου είχε κάνει o Γιάννης, βρέθηκα να οδηγώ μια ολιγομελή ομάδα ατόμων που επιθυμούσαν να φτάσουν ως την κατασκήνωση βάσης του Έβερεστ (5.400μ), στο Νεπάλ.

     

    Η 11ήμερη πεζοπορία σε μεγάλο υψόμετρο αποτέλεσε ένα καλό τεστ για να ελέγξω τη φυσική του κατάσταση όπως και τη φυσιολογία του οργανισμού του σε πρωτόγνωρες για αυτόν καταστάσεις. Ήταν άλλωστε και για τον ίδιο ένα ιδανικό training σε συνθήκες μειωμένου οξυγόνου, εγκλιματισμού και ζωής σε μεγάλο υψόμετρο.

     

    Για την περιπέτειά μας αυτή στο Everest Base Camp θα σας μιλήσω μια άλλη φορά. Για την ώρα, αυτό που αρκεί να μοιραστώ, είναι πως ο Γιάννης όχι μόνο τα κατάφερνε, αλλά έφτασε άνετα στα 5.400 μέτρα και αντίκρισε με εύλογο δέος αλλά και έναν παιδικό ενθουσιασμό τη μυθική κορυφή τού Έβερεστ.

     

    Η δύναμη της καρδιάς του και το σωματικό του σθένος τον βοήθησαν να «επισημοποιήσει» το επόμενο πρωί το πρώτο του ψηλό βουνό στα 5.643μ, το Kala Pattar, εκεί στην ίδια οροσειρά των Ιμαλαΐων.

     

     

    Να σημειώσω πως η πεζοπορία στο EBC (Everest Base Camp) – όπως λέγεται – ενώ δεν προϋποθέτει ορειβατικές τεχνικές γνώσεις για την ολοκλήρωσή του, το ποσοστό επιτυχίας δεν είναι τόσο υψηλό όσο αναμένεται σε μια πεζοπορία.

     

    Τουναντίον, κάθε χρόνο πολλοί πεζοπόροι διακομίζονται στο νοσοκομείο του Κατμαντού, με βαριά συμπτώματα υποξίας, ενώ αναφέρονται και αρκετοί θάνατοι.

     

    Επιχείρηση Κιλιμάντζαρο

    Έχοντας λοιπόν μπροστά μου ένα άντρα που μου έδειξε πόσο βαθιά αποφασισμένος είναι, ξεκινώ να οργανώνω το ταξίδι μας στην Τανζανία. Αφού έχουμε συμπληρώσει 14 μήνες κοινής προετοιμασίας, η 24η Δεκεμβρίου του 2019 μας βρίσκει στο ηλιόλουστο Moshi (Διεθνής Αερολιμένας Κιλιμάντζαρο) να γευόμαστε την υγρασία του τροπικού περιβάλλοντος με κάθε πόρο του κορμιού μας.

     

    Όλα εδώ είναι διαφορετικά. Η ατμόσφαιρα, οι εικόνες, οι άνθρωποι, ακόμη και η αίσθηση των Χριστουγέννων μιας και τα στολισμένα με πολύχρωμα φωτάκια δέντρα κοσμούν τροπικούς κήπους που τα χτυπά ο ανελέητος αφρικανικός ήλιος. Και η θερμοκρασία ακόμη και τη νύχτα στους 35C.

    H αποστολή θα διαρκέσει 10 τουλάχιστον μέρες. Η διαδρομή που επιλέξαμε είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή και η πλέον όμορφη, ενώ προσφέρει και τη δυνατότητα του ιδανικού εγκλιματισμού, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας για την κορυφή. Το όνομα αυτής είναι Lemosho και ξεκινάει από την πύλη Londorossi στα 2.360 μέτρα, στα οποία φθάνεις μετά από κάμποσες ώρες οδήγησης. Έτσι, πατώντας τη δυτική πλαγιά του Κιλιμάντζαρο, η διαδρομή μας οδηγεί στο Shira Plateau.

     

    Από εδώ ξεκινάει ουσιαστικά η περιπέτεια μιας ανάβασης που στον δρόμο της συναντά όλες τις κλιματικές ζώνες – από αλπικά λιβάδια στα χαμηλά επίπεδα έως τους αιώνιους παγετώνες στην κορυφή. Η ορειβασία είναι ομαλή και κλιμακώνεται χωρίς τεχνικές δυσκολίες.

     

    Μόνιμα ενοχλητικός σύντροφός σου είναι το υψόμετρο, κατάσταση με την οποία συνυπάρχεις από τη στιγμή που ξεπερνάς τα 3.000 μέτρα.

     

    Έχοντας πλέον αρκετή εμπειρία σε ψηλά βουνά ξέρω πώς να διαχειριστώ την έλλειψη οξυγόνου, σε αντίθεση με τον Γιάννη, ο οποίος ασυγκράτητα ενθουσιασμένος, ανυπομονεί να προχωράει αδιάκοπα όλο και ψηλότερα.

     

    Αυτό όμως μπορεί να είναι και η αρχή του τέλους του ταξιδιού του μιας και τα ψηλά βουνά προϋποθέτουν υπομονή και πειθαρχία.

     

    «Δεν θα προχωρήσουμε άλλo;»

    Η ανάβαση στο υψόμετρο πρέπει να γίνεται με απαράβατη χρονική ευλάβεια χωρίς υπερεκτιμήσεις και ερασιτεχνισμούς , δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στο σώμα μας να εγκλιματιστεί και να αρχίσει την υπερπαραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων που θα μας χρειαστούν όσο η ατμοσφαιρική πίεση μειώνεται μαζί με το οξυγόνο.

     

    Κάθε τόσο υπενθυμίζω στον Γιάννη να πίνει νερό (μέρος της διαδικασίας εγκλιματισμού και αποφυγής θρομβώσεων) που σημαίνει 4-5 λίτρα τουλάχιστον. Και να αναπνέει βαθιά. Καθημερινή ανάβαση περίπου 6-8 χιλιόμετρα μας δίνει περίπου 600 – 700 μέτρα υψομετρικής ανόδου, διαδικασία που παίρνει 5-6 ώρες την φορά.

     

    Ο Γιάννης μόνιμα ανυπόμονος κάθε φορά που φτάνουμε στην επόμενη κατασκήνωση όπου θα διανυκτερεύσουμε, ρωτάει: «Δεν θα προχωρήσουμε άλλo; Αυτό ήταν και σήμερα;». Νιώθει δυνατός και με το πνεύμα του προσηλωμένο στο στόχο, διαθέτει αστείρευτη ενέργεια.

     

     

    Δείχνει καλά στοιχεία εγκλιματισμού, απολαμβάνοντας την τοπική κουζίνα που μας προσφέρει καθημερινά η ομάδα υποστήριξης και κοιμάται ικανοποιητικά δεδομένων των συνθήκων, δηλαδή πρώτη φορά σε αντίσκηνο, σε λεπτό υπόστρωμα πάνω στο πετρώδες έδαφος, σε θερμοκρασίες που κυμαίνονται από 0C έως -15C κατά τη διάρκεια της νύχτας με το νου ανήσυχο για τις προκλήσεις που θα συναντήσει την επόμενη μέρα.

     

     

    Και εδώ στο Κιλιμάντζαρο είναι υποχρεωτική η οργανωμένη αποστολή με πλήρη ομάδα υποστήριξης, δηλαδή βαστάζων, μαγείρων, βοηθών κουζίνας, ακόμη και οδηγών βουνού ανεξαρτήτως εμπειρίας του πελάτη, ως κρατική μέριμνα προκειμένου να ενισχυθεί η τοπική οικονομία.

     

    Τα ημερομίσθια των ανθρώπων αυτών είναι βέβαια ελάχιστα σε σχέση με τον όγκο εργασίας και συγκριτικά με άλλους παγκόσμιους ορειβατικούς προορισμούς, δεν παύουν όμως να αποτελούν το μοναδικό εισόδημα γι’ αυτούς και τις οικογένειες τους.

     

    Στην Τανζανία οι βαστάζοι κατάγονται από πολλές διαφορετικές φυλές και ανάμεσα τους υπάρχουν και οι γνωστοί σε όλους μας Μασάι με την ιδιόμορφη εξωτερική εμφάνιση που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, τεράστιες τρύπες στους λοβούς των αυτιών τους και κολάρα στον λαιμό.

     

    Είναι πολύ δυνατοί, μόνιμα χαμογελαστοί και πρόθυμοι να σου δείξουν τον περίφημο παραδοσιακό χορό της ενηλικίωσής τους που περιλαμβάνει και αξιοθαύμαστα κατακόρυφα άλματα.

     

     

    Ο Γιάννης δίνει καθημερινά μάχη για να μπορέσει να συγκρατήσει φράσεις που του μαθαίνουν οι νέοι φίλοι μας Μασάι, αλλά δεν μπορείς να τα πας καλά σε όλους τους τομείς. Η μόνη φράση που καταφέρνει να πει και αυτή ύστερα από πολλές επαναλήψεις είναι το περιβόητο και άλλωστε γνωστό ανά τη υφήλιο Hakuna Matata, «Κανένα πρόβλημα» δηλαδή.

     

    Όλες αυτές τις οκτώ ημέρες στο βουνό ο Γιάννης έδειξε το πραγματικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος. Δεν τον άκουσα ποτέ να παραπονιέται για τις αντίξοες συνθήκες που συναντήσαμε ή για τη μόνιμη εξάντληση που ένιωθε από τα επίπεδα του οξυγόνου, ούτε όμως και για το τσουχτερό κρύο την ημέρα ανάβασης στην κορυφή, η οποία ουσιαστικά ξεκινάει νωρίς τα μεσάνυχτα, όταν ακόμη ο αέρας είναι παγωμένος και η θερμοκρασία αγγίζει τους -30C.

     

    Μία μεγάλη και απαιτητική ημέρα, καθώς ξεκινάμε από την κατασκήνωση βάσης Barafu στα 4.673 μέτρα, και ώρα 11μμ ή 12 τα μεσάνυχτα για να πραγματοποιήσουμε την τελική ανάβαση των περίπου 6-7 ωρών ως την κορυφή Uhuru, στα 5.895 μέτρα. Από εκεί προσθέστε άλλες 5-7 ώρες ώσπου να κατεβούμε στην κατασκήνωση Mweka στα 3.068 μ. όπου και θα κατασκηνώσουμε. Μιλάμε δηλαδή για μια υψομετρική διαφορά τεσσάρων χιλιομέτρων σε μία πορεία διάρκειας περίπου 12-14 ωρών μέσα σε δυσμενείς συνθήκες.

     

    Οι περισσότεροι άπειροι ορειβάτες, όταν πραγματοποιούν την πρώτη τους πορεία νύχτα, βιώνουν μια έντονη ανησυχία για το τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν μέσα στο σκότος, νιώθοντας τον δριμύτατο κρύο αέρα στο εκτεθειμένο πρόσωπό τους.

     

    Έτσι και ο Γιάννης, ενώ έβλεπα την λαχτάρα του να ολοκληρώσει το όνειρό του, βαθιά στο βλέμμα του υπήρχε έκδηλη η αμφισβήτηση που και αυτή με τη σειρά της καταπραϋνόταν από τη συνεχή παρουσία μας δίπλα του. Εμάς δηλαδή που εμπιστευόταν.

     

    Η τελική ευθεία

    Το τερέν της τελευταίας μέρας είναι αρκετά διαφορετικό από ό,τι πατούσαμε μέχρι τώρα. Πλέον δεν πεζοπορούμε αλλά απαιτείται να σκαρφαλώσουμε σε πετρώδεις ηφαιστιογενείς πλάγιες με κλίσεις που φτάνουν τις 60 μοίρες. Το αποτέλεσμα είναι να σου κόβεται στην κυριολεξία η αναπνοή κάθε φορά που ξεφεύγεις από το σταθερά αργό τέμπο ανάβασης, που σε επίπεδο θαλάσσης θα έδειχνε εξωφρενικά αργό.

     

    Εδώ ψηλά όμως είναι οριακά ο ρυθμός που μπορείς ακόμη με δυσκολία να αναπνεύσεις και να συνεχίσεις να πορεύεσαι σφίγγοντας τα δόντια σου και ελπίζοντας να καταφέρεις να βρεθείς σύντομα στην πολυπόθητη κορυφή.

     

    Τον ρυθμό δίνει μπροστά ο Σάτυα, ακολουθεί ο Γιάννης, με εμένα τελευταία ακριβώς πίσω του, με το αυτί μου να αφουγκράζεται διαρκώς την αναπνοή του.

     

     

    Ανησυχώ μήπως πηγαίνουμε αρκετά γρήγορα για τις δυνατότητές του και προτρέπω τον Σάτυα να μειώνει ταχύτητα κάθε φορά που οι ανάσες γίνονται ακανόνιστες. Στο σημείο αυτό συναντούμε αρκετές ομάδες που παίρνουν το δρόμο της επιστροφής πριν ακόμη φτάσουν στην κορυφή, καθώς κάποια μέλη προφανώς δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο.

     

    Η εξάντληση, η πρωτόγνωρη εμπειρία για αρκετούς και αυτό το ψύχος που παγώνει το αίμα στα άκρα σου κάνοντας το μυαλό να παίζει περίεργα παιχνίδια, κάνουν πολύ συχνά το δρόμο της επιστροφής να φαντάζει η μόνη λογική κατεύθυνση.

     

     

    Ο δικός μας ρυθμός είναι σταθερός και κατά κάποιο τρόπο ταχύτερος σε σχέση με τον μέσο όρο των υπόλοιπων ομάδων γύρω μας. Αυτό με χαροποιεί.

     

    Δείχνει πως ο Γιάννης είναι ακόμη δυνατός και πως θα ολοκληρώσουμε χωρίς απρόοπτα. Τον παρακολουθώ στενά βρισκόμενη πίσω του και τον θαυμάζω γιατί ακόμη και στα τελευταία μέτρα πριν την κορυφή, εκεί όπου η κούραση και η εξάντληση φτάνουν στο μέγιστο κάνοντας τα πόδια να τρεκλίζουν και τα πνευμόνια να ικετεύουν για λίγο ακόμη οξυγόνο, η καρδιά και το μυαλό παίρνουν τον πρώτο λόγο.

     

    Εκεί βλέπω λοιπόν τον Γιάννη να ορθώνει το ανάστημά του, να συνεχίζει με σταθερά και γερά πατήματα στον πάγο και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Βήμα – βήμα.

     

    Και έτσι, αργά αλλά υπέροχα, την πρωτοχρονιά του 2020 ο Γιάννης πάτησε στην υψηλότερη κορυφή της Αφρικής. Και αποτελεί πλέον κομμάτι, αυτός ο απίστευτος 74χρονος άντρας, ενός υπέροχου σύμπαντος, όπου όλα τα απίθανα, όμορφα και αδύνατα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, απλά και μόνο επειδή τα θέλησες πολύ.

     

    ΠΗΓΗ: https://www.gnomionline.gr/anevainontas-stin-koryfi-tou-kilimavtzaro-parea-me-ton-74chrono-kavalioti-gianni-karadouka/?fbclid=IwAR3OwDyUT21J0dgPpdM7CXBrJKq0aqnuQDdEyIjXDZ1xyRZQEqkg-QZIHwc

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: Παρουσιάζει τους καβαλιώτες συγγραφείς Αντώνη και Κωνσταντίνo Κούφαλη

    Δημοσιεύτηκε στις

     

    Οι θεατρικοί συγγραφείς Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης εμφανίστηκαν στο θέατρο το 1998. Το 2001 απέσπασαν δύο Κρατικά Βραβεία Νέων Θεατρικών Συγγραφέων του ΥΠΠΟΑ για τα έργα τους «Το σπίτι με τα δώρα» και «Μη σκαλίζεις την άμμο» ενώ το 2018 απέσπασαν τον έπαινο της επιτροπής Κρατικών Βραβείων Θεατρικού Έργου για το: «Κοίτα, ωραία πράγματα που συμβαίνουν».

    Έργα τους έχουν παρουσιαστεί σε κρατικές σκηνές και σε ιδιωτικά θέατρα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λεμεσό, Λευκωσία, Λονδίνο, Τορόντο, σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    Καβάλα: Το παιδί θαύμα Δημήτρης Χατζής υλοποίησε μια  καινοτόμo ιδέα δημιουργίας «ξύλινου υπολογιστή»!!!!

    Δημοσιεύτηκε στις

    Μια καινοτόμo ιδέα μετατρέπεται σε χειροποίητο κουτί υπολογιστή με πρωτότυπη σχεδίαση και σεβασμό στο περιβάλλον

    Το 2014, ο 15χρονος τότε μαθητής της τρίτης γυμνασίου Δημήτρης Χατζής είχε καταφέρει να στρέψει την προσοχή όλων πάνω στον οικιακό εκτυπωτή τρισδιάστατων αντικειμένων που κατασκεύασε συμμετέχοντας στο 5ο Φεστιβάλ Βιομηχανικής Πληροφορικής. Έναν χρόνο αργότερα, στην επόμενη διοργάνωση, κέρδισε το πρώτο βραβείο για τον σχεδιασμό και την κατασκευή ενός ανθρωποειδούς ρομπότ, του «Troopy», γεγονός που τον κατέταξε αυτόματα σ’ έναν από τους λιγοστούς makers παγκοσμίως στην κατασκευή του ρομποτικού ανθρωποειδούς «InMoov». Σήμερα, πέντε χρονιά μετά, ο Δημήτρης Χατζής ως φοιτητής πλέον στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου, έρχεται να παρουσιάσει ακόμη μια δημιουργική ιδέα, που ακούει στο όνομα «Ascos Case» και είναι ένα 100% χειροποίητο κουτί υπολογιστή με έμφαση στην πρωτότυπη σχεδίαση και απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον.

    Το «Ascos Case» παρέχει χωρίς κανέναν περιορισμό τη λειτουργικότητα, τη συμβατότητα και την ευελιξία που έχει ένα βιομηχανοποιημένο κουτί PC ώστε να λειτουργεί άψογα. Ταυτόχρονα, όμως, έχει μια ιδιαίτερα κομψή εμφάνιση, προσφέροντας καλαισθησία στον χώρο εργασίας, είτε είναι στο σπίτι είτε στο γραφείο. Το πιο σημαντικό είναι, δε, πως ένα προς ένα, όλα τα κομμάτια του είναι κατασκευασμένα από το νεαρό φοιτητή με υλικά ιδιαίτερα φιλικά στο περιβάλλον. Πρόκειται για απόλυτα φυσικές ανακυκλώσιμες ή επαναχρησιμοποιημένες πρώτες ύλες που μπορούν να ανακυκλωθούν ή να βιοδιασπασθούν.

    Για την υλοποίηση της ιδέας και την κατασκευή του «Ascos Case», ο Δημήτρης Χατζής αξιοποίησε μια διεθνή διαδικτυακή πλατφόρμα (την kickstarter) που ύστερα από χρόνια επαναδραστηριοποιείται στην Ελλάδα δίνοντας τη δυνατότητα σε όποιον θέλει να ανεβάσει (υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις) μια καινοτόμo ιδέα με σκοπό την εύρεση χρηματοδότησης και εν τέλει την υλοποίησή της.

    Αντλώντας έμπνευση από την ελληνική ιστορία και το περιβάλλον, ο Δημήτρης Χατζής, ο οποίος σπουδάζει ηλεκτρολόγος μηχανικός, χρησιμοποίησε την ιδέα του ασκού, του πήλινου δοχείου εστίασης που μετέφερε ένα πολύτιμο υλικό όπως το φαγητό χιλιάδες χρόνια πριν, για να φτιάξει τον δικό του σύγχρονο «ascos» που μεταφέρει τα πολύτιμα συστατικά στοιχεία που δίνουν ζωή σε ένα PC.

    Η νέα καινοτόμo ιδέα του νεαρού φοιτητή, που δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει δυνατότητές του και να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία και δυνατότητα που του δίνεται, στόχο έχει να κάνει την καθημερινότητα όλων λίγο πιο όμορφη, ώστε ο χρόνος που περνούν οι χρήστες μπροστά στα PC τους να είναι πιο δημιουργικός και η τεχνολογία που χρησιμοποιούν περισσότερο φιλική στους ίδιους και το περιβάλλον.

    Όπως εξηγεί ο ίδιος, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, το Ascos Case «γεννήθηκε» το 2016 στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε μια τεχνολογική έκθεση, προκειμένου να παρουσιάσει ένα 3D-printed ρομπότ φυσικών διαστάσεων. «Χρειαζόμουν έναν υπολογιστή, που θα συνόδευε το project μου, με λιτά χαρακτηριστικά και με μια πινελιά επιστημονικής φαντασίας. Το πρώτο lockdown της Άνοιξης, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, θα έλεγα πως ήταν μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για μένα που μου έδωσε το έναυσμα, για την υλοποίηση αυτής της ιδέας», επισημαίνει.

    Αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση είναι πως όλα τα μηχανήματα και οι 3D εκτυπωτές που απαιτούνται για τον σχεδιασμό και την κατασκευή του ξύλινου κουτιού του υπολογιστή επίσης έχουν κατασκευαστεί αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο. «Αφιέρωσα τους καλοκαιρινούς μήνες και μέχρι την περίοδο της εξεταστικής στη σχολή μου», σημειώνει, «στο να φτιάξω έναν δεύτερο, ακόμα πιο αξιόπιστο 3D-εκτυπωτή και απ’ αυτούς να δημιουργήσω δύο μεγάλες χειροποίητες CNC μηχανές, καθώς και να τελειοποιήσω τα σχέδια του “Ascos Case” που έπρεπε να είναι συμβατά, τόσο με τα παλιά όσο και με τα νέα προϊόντα τεχνολογίας στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που διατίθεται στην αγορά».

    Μια «πινελιά» από αντικείμενο επιστημονικής φαντασίας

    Αυτό το ιδιαίτερο ξύλινο κουτί υπολογιστή, που έχει μια «πινελιά» από αντικείμενο σε ταινία επιστημονικής φαντασίας και μοιάζει περισσότερο με έπιπλο παρά με εργαλείο τεχνολογίας, συγκεντρώνει μέσα του τη φιλοσοφία του δημιουργού του, ο οποίος αυτή τη φορά θέλει να συνταιριάξει αρμονικά τη σύγχρονη τεχνολογία με τη φύση. Στη συνάντηση μαζί του, ένα φθινοπωρινό απόγευμα κάνοντας βόλτα στην παραλία της Καβάλας, πίνοντας καφέ στο χέρι και φορώντας μάσκες, ο Δημήτρης μας μίλησε για το πόσο τον επηρέασαν οι σπουδές του στο Βερολίνο και τον βοήθησαν να αναπτύξει την περιβαλλοντική του συνείδηση. Μίλησε για το πώς αντιλαμβάνεται και πως χρησιμοποιεί ο άνθρωπος τη σύγχρονη τεχνολογία, πώς αυτή εξειδικεύεται στις ανάγκες του, για το πόσο απρόσωπη είναι αλλά και πώς ο ίδιος θέλησε με το «Ascos Case» να την κάνει περισσότερο προσιτή και φιλική.

    Ακόμα μια καινοτομία του «Ascos Case» είναι ότι θα πρέπει να συναρμολογηθεί από τον ίδιο τον χρήστη με οδηγίες και εργαλεία που του προσφέρονται στη συσκευασία και στη συνέχεια να τοποθετήσει μέσα εκείνα τα ηλεκτρονικά μέρη που καλύπτουν τις δικές του ανάγκες. Η συναρμολόγηση γίνεται εύκολα και γρήγορα. Το τελικό αποτέλεσμα, όσο κι αν δείχνει «γυμνό», αποτελεί μια άριστα μελετημένη πρόταση τεχνολογίας με υψηλή ποιότητα και μινιμαλιστικό design.

    Ένα δημιουργικό ταξίδι με πολλές δυσκολίες

    Η δημιουργική φαντασία του Δημήτρη Χατζή αναπτύχθηκε μέσα στο παιδικό του δωμάτιο (που επειδή ήταν μεγάλο τον βοήθησε να στήσει όλο τον εξοπλισμό του). Χρησιμοποίησε στην αρχή απλά υλικά και είχε ως ινδάλματά του τον Elon Musk, τον Steve Jobs, τον Bill Gates. «Με μικρά αλλά σταθερά βήματα, ξεκίνησα ένα πρωτόγνωρο ταξίδι δημιουργικότητας, όπου γνώρισα εκπληκτικούς και χαρισματικούς ανθρώπους. Έτσι, δημιουργήθηκε μια συναρπαστική ομάδα με μέλη από την οικογένειά μου, φίλους και συνεργάτες, οι οποίοι με στήριξαν και εξακολουθούν να το κάνουν χωρίς κανένα προσωπικό όφελος», σημειώνει.

    Το «Ascos Design» αποτελεί ένα στοίχημα για τον ίδιο και μια πρόκληση για το αν θα τα καταφέρει στο νέο του δημιουργικό και πιθανόν επιχειρηματικό εγχείρημα. Οι συνθήκες δύσκολες, πρωτόγνωρες, απαιτητικές. Χρειάστηκε σκληρή δουλειά, κατέβαλε τεράστια προσπάθεια ώστε να υπάρξει συντονισμός και το τελικό αποτέλεσμα να είναι όχι μόνο δημιουργικό και καλαίσθητο, αλλά να εκφράζει απόλυτα τον δημιουργό του και να εμπνέει όσους το χρησιμοποιούν. Ο ίδιος πιστεύει πως η έμπνευση είναι η ουσία στη ζωή και θέλησε το μήνυμα αυτό να το επικοινωνήσει με όλους, μέσα από το βιντεάκι που δημιούργησε και ανέβασε στο YouTube (Ascos Case – A new era of PC cases).

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    «Ήθελα πολύ να δω τον κόσμο από εκεί πάνω» – Η 22χρονη Ελευθερία που κατέκτησε την κορυφή του Ολύμπου στην πλάτη του Μάριου μιλάει για τη συγκλονιστική χημεία μιας φιλίας που… μετακινεί βουνά

    Δημοσιεύτηκε στις

    «Για μένα, αυτό που έκανε ακόμη πιο σπουδαία την εμπειρία ήταν οι άνθρωποι που την πλαισίωναν». Με μια μόνο φράση, η 22χρονη Ελευθερία Τόσιου περιγράφει το αποτύπωμα που άφησαν στην ψυχή της όλα όσα βίωσε την περασμένη Δευτέρα, όταν ανεβασμένη στην πλάτη του αθλητή υπεραποστάσεων, Μάριου Γιαννάκου, σκαρφάλωνε στον Μύτικα.

     

    Το ρολόι έδειχνε δύο λεπτά μετά τις 9 το πρωί, όταν ο Δραμινός δρομέας πατούσε στην κορυφή του Ολύμπου, κουβαλώντας στην πλάτη του, σε ειδικό διαμορφωμένο σακίδιο, τη νεαρή συντοπίτισσά του, που υπερνικώντας το εμπόδιο των κινητικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει έκανε το όνειρό της πραγματικότητα. Οι δείκτες του ρολογιού δεν έδειχναν, ωστόσο, μόνο την ώρα ολοκλήρωσης ενός φιλόδοξου εγχειρήματος από τους δύο νέους με την κοινή καταγωγή και την αγάπη για τα extreme sports αλλά και την απαρχή μιας ξεχωριστής φιλίας, που «σφυρηλατήθηκε» σ’ όλη αυτή τη διαδρομή από τον κοινό τόπο καταγωγής τους, τη Δράμα, ως την κορυφή του Ολύμπου, στα 2918μ.!

     

    «Ένα ρητό λέει “make friends with pain and you will never be alone”, οπότε νομίζω πως μετά απ’ αυτή την προσπάθεια επιταχύναμε πολύ τη διαδικασία της φιλίας και πλέον μπορώ να πω με σιγουριά ότι εντάσσω την Ελευθερία στην οικογένειά μου», έλεγε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μάριος Γιαννάκου, λίγα 24ωρα μετά την ανάβαση, την 51η του στον Μύτικα αλλά την πιο ξεχωριστή απ όλες τις αναβάσεις. «Χαίρομαι που μπόρεσα ν’ ανέβω με τη φίλη μου, την Ελευθερία, σ’ ένα από τα πιο όμορφα μέρη που επισκέπτομαι συχνά και να μοιραστώ αυτή την εμπειρία μαζί της».

     

    Και μπορεί το επίτευγμά τους να έγραψε ιστορία, με τη φωτογραφία τους από τη στιγμή της άφιξης στην κορυφή του Ολύμπου να κάνει τον γύρο του διαδικτύου με χιλιάδες «shares» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ωστόσο, όπως τονίζουν και οι δύο, η ομάδα ήταν αυτή που το έκανε ξεχωριστό. «Δεν εννοώ μόνο την εμπειρία και τον επαγγελματισμό όσων συμμετείχαν στην ομάδα, που σαφέστατα ήταν στον ύψιστο βαθμό. Αυτό που μ’ έκανε να νιώσω ακόμη πιο ωραία σ’ αυτή την εμπειρία ήταν οι χαρακτήρες που την πλαισίωσαν, η χημεία που ένιωσα μ’ αυτούς τους ανθρώπους και η επικοινωνία που υπήρξε. Αρχικά με τον Μάριο, από την πρώτη στιγμή, αλλά και μ’ όλη την υπόλοιπη ομάδα», αναφέρει χαρακτηριστικά η Ελευθερία.

     

    Ο Μάριος, ο Κωνσταντίνος, ο Πέτρος, ο Αργύρης, ο Γιώργος, η Καλλιόπη, ο Διονύσης και τ’ άλλα παιδιά ήταν η ομάδα που, κατά την 22χρονη, έκανε τη διαφορά. «Αν έκανα ακριβώς το ίδιο πράγμα με επαγγελματίες του ίδιου επιπέδου αλλά που δεν θα υπήρχε αυτή η χημεία, αυτή η καλή επικοινωνία κι αυτό το φιλικό περιβάλλον, για μένα δεν θα ήταν τόσο σπουδαίο το κατόρθωμα, δεν θα το ένιωθα τουλάχιστον τόσο σπουδαίο μέσα μου», τονίζει.

     

    Η Ελευθερία ήθελε ν’ ανέβει στον Όλυμπο αλλά η πρόταση για την κορυφή ήταν του Μάριου, όπως αποκαλύπτει. «Εμένα γενικότερα μ’ αρέσουν τα extreme sports, οπότε ο Όλυμπος ήταν μέσα στη λίστα αυτών που θέλω να κάνω. Βέβαια, φυσικά και παίζει ρόλο η σημασία του για την Ελλάδα καθώς και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η κορυφή, όμως, ήταν ξεκάθαρα ιδέα του Μάριου. Εγώ θα συμβιβαζόμουν κι ως εκεί που θα μπορούσα να πάω. Μέχρι εκεί που θα ήταν δυνατό να πάω. Ωστόσο, ο Μάριος μου πρότεινε την κορυφή, εγώ τον εμπιστεύτηκα και του είπα ναι!», εξηγεί.

     

    Όλα οργανώθηκαν εν ριπή οφθαλμού θα έλεγε κανείς και τα κυρίαρχα συναισθήματα για την Ελευθερία ήταν αυτά του ενθουσιασμού αλλά και της ανυπομονησίας για την κατάκτηση του στόχου. «Όταν μου είπε ο Μάριος ότι ήταν όλα έτοιμα, ενθουσιάστηκα και αδημονούσα. Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν αμέσως το τι πρέπει να κάνω εγώ από την πλευρά μου για να βοηθήσω στην οργάνωση», λέει και προσθέτει πως δεν είχε άγχος καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας παρά μόνο όταν πήγε να καθίσει στο ειδικά διαμορφωμένο κάθισμα, τη Δευτέρα το πρωί, προτού ξεκινήσουν για την κορυφή. «Όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ότι όντως πάμε να το κάνουμε», επισημαίνει.

     

    Τα συναισθήματα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ήταν «πολύ έντονα και ποικίλα», αναφέρει και περιγράφει τις στιγμές: «Υπήρχαν δυσκολίες αλλά εγώ αυτό που έβλεπα ήταν ότι υπήρχε μια πολύ ωραία συνεργασία απ’ όλη την ομάδα μας. Υπήρχε μια πολύ καλή οργάνωση κι ενθάρρυνση κι αυτό μ’ έκανε να πιστέψω πως εντέλει θα τα καταφέρουμε σίγουρα παρά τις δυσκολίες».

     

    Από την πλευρά του, ο Μάριος περιγράφει το θάρρος της συνοδοιπόρου του, λέγοντας ότι η Ελευθερία δε φοβήθηκε καθόλου!. «Το γεγονός ότι μ’ εμπιστεύτηκε η Ελευθερία 100%, ότι δεν γκρίνιαξε ούτε μια φορά και δεν μου έδειξε ούτε μια φορά να φοβάται, είναι για μένα ένα τεράστιο δείγμα δύναμης και θάρρους που πραγματικά δεν το έχω ξανασυναντήσει ποτέ», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δραμινός αθλητής που έχει ολοκληρώσει ορισμένους από τους δυσκολότερους αγώνες υπεραποστάσεων στον κόσμο αλλά η εμπειρία με την Ελευθερία ήταν γι’ αυτόν κάτι που δεν συγκρίνεται «ούτε με το πιο βαρύ μετάλλιο του κόσμου, του πιο δύσκολου αγώνα».

     

    Ήταν τα συναισθήματα τόσο έντονα στην κορυφή που κανείς από τους δυο τους δεν πρόκειται να τα ξεχάσει. Ούτε και τη θέα που αντίκρισε η Ελευθερία καθώς ο Μάριος τη γυρνούσε σε στροφή 360 μοιρών ώστε να δει την Ελλάδα περιμετρικά από το ψηλότερο σημείο της. «Ήθελα πολύ να δω τη θέα από πάνω. Ήταν συγκλονιστική. Υπήρχαν πάρα πολύ δυνατά συναισθήματα, χαράς και ικανοποίησης. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι τα συναισθήματα που ένιωσα εγώ δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια, θα ήταν πολύ φτωχό ό,τι και να πω», λέει η Ελευθερία, η οποία μπορεί να έχει επιστρέψει πλέον στην απαιτητική καθημερινότητα μιας φοιτήτριας στο τελευταίο έτος των σπουδών της αλλά δεν θα ξεχάσει ποτέ όσα έζησε στο βουνό των θεών, τον μυθικό Όλυμπο.

     

    Η προσπάθεια της Ελευθερίας και του Μάριου «ταξίδεψε» παντού, μέσω του διαδικτύου αλλά, όπως λέει η νεαρή φοιτήτρια, στόχος της όταν ξεκινούσε το όλο εγχείρημα ήταν να ζήσει την εμπειρία και να περάσει όλη η ομάδα καλά. «Από τα πρώτα πράγματα που είπα εγώ στον Μάριο όταν συζητούσαμε αυτή την προσπάθειά μας ήταν ότι εγώ δεν στοχεύω, μέσα απ’ αυτήν να περάσω κάποιο μήνυμα ή να δείξω κάτι. Του έλεγα ότι θέλω να το κάνω για μένα, για την εμπειρία, για να περάσουμε όλοι μαζί καλά. Ωστόσο, αν όντως περάστηκε κάποιο μήνυμα κι αυτό βοηθήσει κάποιους ανθρώπους, εννοείται πως αυτό εμένα με χαροποιεί ακόμη πιο πολύ», τονίζει και μπορεί να μην αποκαλύπτει τους επόμενους στόχους της αλλά δεν κρύβει την αγάπη της για την περιπέτεια και για νέες εμπειρίες, δυνατές όπως αυτή του Ολύμπου!

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα

    ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ: Η Αμερικανίδα που αγάπησε τους Σαρακατσάνους

    Δημοσιεύτηκε στις

    Η εικόνα Σαρακατσάνων νομάδων κτηνοτρόφων να περπατούν με τα ζώα τους στον δρόμο από την αρχαία Κόρινθο προς το Άργος, ένα Κυριακάτικο μεσημεριανό, το μακρινό 1968, εντυπώθηκε βαθιά μέσα της και όταν αρκετά χρόνια αργότερα μετακόμισε μόνιμα στην Ελλάδα, θέλησε να μάθει περισσότερα γι’ αυτή την ξεχωριστή φυλή.

     

    Με καταγωγή από την Οκλαχόμα των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά κατά βάθος πολίτης του κόσμου από νεαρή ηλικία, αφού ο αξιωματικός πατέρας της έπαιρνε μεταθέσεις σε διάφορες πόλεις και χώρες -από τη Χαβάη, στο Λονδίνο κι από εκεί στη Γερμανία και αλλού- η Ράνταλ Γουόρνερ (Randall Warner) αγάπησε την Ελλάδα, αυτή που γνώρισε μέσα από τα βιβλία της αρχαιοελληνικής ιστορίας, και όχι μόνο την επισκέφθηκε ως φοιτήτρια στη «δύση» της δεκαετίας του ’60, αλλά κάποια χρόνια αργότερα έμελλε να μετακομίσει μόνιμα και να μεγαλώσει εδώ την οικογένειά της.

     

    Το φως του ουρανού αλλά και η αγάπη για την απλή ζωή την κράτησαν, μαζί με τον καλλιτέχνη σύζυγό της Μπάρι Φέλντμαν (Barry Feldman), στην Ελλάδα από το 1989 έως σήμερα. Όμως, ήταν η «νομαδική» ζωή της οικογένειάς της, λόγω των πολλών μετακινήσεων, αυτή που θα έλεγε κανείς, πως την έκανε ν’ αγαπήσει τους Σαρακατσάνους, να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε γι’ αυτούς αλλά και να συλλέξει πολλά αντικείμενα σχετικά με τη σαρακατσάνικη παράδοση, τα οποία σήμερα βρίσκονται στο Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, στο οποίο και τα δώρισε.

     

    «Ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1968, έχοντας σπουδάσει αρχαία ελληνικά. Ήθελα να δω αν η Ελλάδα του σήμερα (σ.σ. της εποχής εκείνης) ήταν τόσο συναρπαστική όσο υπήρξε για μένα η αρχαία Ελλάδα», αφηγείται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η κ. Γουόρνερ, η οποία, στο πρώτο εκείνο ταξίδι, είδε την εικόνα αυτή με τους νομάδες κτηνοτρόφους, πάνω στην οποία «έχτισε» μια μοναδική σχέση με το σαρακατσάνικο στοιχείο.

     

    Δύο δεκαετίες αργότερα από εκείνη την πρώτη επίσκεψη, η κ. Γουόρνερ ήρθε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε έως τη συνταξιοδότησή της στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή, όπου ανάμεσα στους πολλούς μικρούς «θησαυρούς» του αρχείου της εντόπισε μια φωτογραφία Σαρακατσάνων να περπατάνε από τη Θέρμη προς το κέντρο της πόλης, με τα άλογα φορτωμένα καθώς οι νομάδες όπου πάνε «κουβαλούν» μαζί κι ολόκληρο το σπίτι τους.

     

       Μέσα από τα βιβλία της Αγγελικής Χατζημιχάλη για τους Σαρακατσάνους, τις αναφορές της Δόμνας Σαμίου και του Πάτρικ Σεϊμούρ αλλά και τα πολλά ταξίδια στην ηπειρωτική χώρα, η κ. Γουόρνερ ανακάλυψε τον θαυμαστό κόσμο των Σαρακατσάνων και απέκτησε το πρώτο της αντικείμενο, μια παραδοσιακή φούστα από την περιοχή της Ροδόπης, σ’ ένα ταξίδι στην Καβάλα με το ντεσεβό, το πρώτο αυτοκίνητο του ζευγαριού στην Ελλάδα.

     

       «Το πρώτο αντικείμενο της συλλογής μου το βρήκα στην Καβάλα. Ακολούθησε η Κομοτηνή, μετά το Μέτσοβο και αλλού. Από την Ήπειρο ως τη Ροδόπη ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία. Ακόμη και στη Σκόπελο εντόπισα ορισμένα αντικείμενα. Έμαθα τους Σαρακατσάνους τόσο μέσα από τον ξεχωριστό ρουχισμό τους -τις φούστες, τα γιλέκα, τα ζωνάρια- όσο και από τα καλύβια τους, αλλά και τα ανταμώματά τους», λέει η συνταξιούχος πλέον Αμερικανίδα.

     

    Ακόμη και σήμερα, μέσα από τις σελίδες βιβλίων για τους Σαρακατσάνους «ταξιδεύει» αναμειγνύοντας τις εικόνες που παίρνει απ’ αυτά με αναμνήσεις από τα ταξίδια με το μικρό ντεσεβό, που αποδείχθηκε ωστόσο αρκετά μεγάλο ώστε να «κουβαλήσει» την ανεκτίμητη γνώση κι εμπειρία που μπορεί να προσφέρει σε κάποιον η διαδρομή…

     

    Δεν περιορίστηκε όμως μόνο στην αναζήτηση αντικειμένων σχετικών με τη σαρακατσάνικη κουλτούρα αλλά θέλησε να διεισδύσει βαθύτερα στην ίδια τη ζωή, τα ήθη κι έθιμα των Σαρακατσάνων, συμμετέχοντας από τη δεκαετία του ’90 ήδη στο πρώτο της σαρακατσάνικο αντάμωμα, κάπου βόρεια της Δράμας, όπως λέει, σε μια αχανή έκταση, μέσα στη φύση.

     

    Γύρω στο 2015, η κ. Γουόρνερ αποφάσισε να δωρίσει τη συλλογή της σε κάποιο μουσείο και σε μια επαφή με την πολύ δραστήρια πρόεδρο και διευθύντρια του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, Αγγελική Γιαννακίδου, τα αντικείμενα αυτά βρήκαν τη νέα μόνιμη στέγη τους. «Η συλλογή μου δεν ανήκει σε μένα για πάντα, για κάποιον καιρό ναι, αλλά όχι παντοτινά», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

     

    Επρόκειτο για μια δωρεά που η κ. Γιαννακίδου χαρακτηρίζει «σημαντική και συγκινητική», αποτελούμενη από διάφορα αντικείμενα: δύο τεμάχια Παναγούλες Σαρακατσάνικες, μία τάβλα, ένα τουρνοκώλι, μία ζώνη κεντημένη με χάντρες, ένα πουκάμισο με μανίκια μεσιακά, ένα ζωνάρι, ένα γιλέκο, μία φούστα κοντή πλισέ, ένα φουστάνι πλισέ, δύο μπόχους σαρακατσάνικος (ο ένας στολισμένος με φούντες), κάλτσες μάλλινες πλεκτές κ.ά. «Μού θύμισε όλο το ενδιαφέρον των ανθρώπων το ’60-’70, κυρίως των ξένων, για τις υλικότητες αυτές, τα ρούχα, και κυρίως τα σαρακατσάνικα, που προκαλούν εντύπωση με την τέλεια τεχνική και δωρικότητα», τονίζει η πρόεδρος του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης.

     

    Απο το βιβλίο ΡΟΥΜΕΛΗ του Πατρικ Λη Φέρμορ

     

     

     

     

     

     

    Κατηγορία: Slider, Αφιερώματα, Πρόσωπα