Χρονόμετρο

    ΒΛΑΣΗΣ ΤΣΟΤΣΩΝΗΣ: «Ακτίνες Φωτός δοξαστικά πανηγυρίζουν μέσα από τα δύο μνημεία»

    Δημοσιεύτηκε στις

    Ο δημιουργός αποκαλύπτει τα μυστικά της κατασκευής του μνημείου του Αποστόλου Παύλου και του Βαπτιστηρίου της Αγ. Λυδίας

     

     

     Συνέντευξη στην Βασιλική Κυφωνίδου

    «Ανοίγοντας τα μάτια μου για πρώτη φορά μέσα σε ένα ιδιαίτερο φως και αναπνέοντας θαλασσινό αυγουστιάτικο αεράκι, ήρθα στη ζωή τον Αύγουστο του 1951 στο Βέλο Κορινθίας. Η παιδική μου ηλικία πέρασε μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου τα κύρια διδάγματα για τη ζωή ήταν η Αγάπη, η Αυτοπεποίθηση, η Εργατικότητα και η Δικαιοσύνη. Στοιχεία που, μεγαλώνοντας, με συντροφεύουν στην πορεία της ζωής μου. Παράλληλα, οι προσωπικές αναζητήσεις αρχίζουν να εκφράζονται με το σχέδιο και το χρώμα, οδηγώντας σε ταξίδια της ψυχής και του νου, σε έναν άλλο κόσμο, διαμορφωμένο από εμένα. Αποφασίζω να τον υπηρετήσω κάνοντας σπουδές στη ζωγραφική. Μελετώ την Ιστορία της Τέχνης, την ελληνική ζωγραφική και προσεγγίζω τη βυζαντινή αγιογραφία.

    Ενθουσιάζομαι, νιώθω ότι μυούμαι σε κάτι ξεχωριστό και αρχίζω να εντρυφώ σε ιδιαίτερες τεχνικές αυτής της ιερής τέχνης. Η γνώση γίνεται αχόρταγη και άπληστη, χωρίς να σου δίνει την ικανοποίηση ότι κάνεις κάτι σπουδαίο. Μέχρι τη στιγμή που οι ζωγραφικές τεχνοτροπίες σε οδηγούν μέσω του δόγματος και σου αποκαλύπτουν τη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα του Θεού.

    Νιώθεις δέος, ταπεινώνεσαι, νιώθεις ασήμαντος. Είναι η στιγμή του θαύματος. Φως ιδιαίτερο γεμίζει την ψυχή σου και μετατρέπεται σε πνευματική δύναμη. Λες: Θεέ μου, άφησε μια αχτίδα να περάσει μέσα μου, και μέσω των ματιών μου και των χεριών μου να υπηρετήσω τη δόξα Σου, και αφίεσαι…»

     

    ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΑ (ΠΑΝΟΔΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΕΙΔΙΚΟ YΦΑΣΜΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΤΥΠΙΚΕΣ ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ), ΤΣΟΤΣΩΝΗΣ ΒΛΑΣΗΣ

    Εκδότης: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ

     

     

    – Τι σας οδήγησε να επιλέξετε την ιερή τέχνη της αγιογραφίας ως κύρια ενασχόληση σας;

     

    «Ξεκίνησα σπουδάζοντας ζωγραφική στην Αθήνα. Στην συνέχεια πηγαίνοντας να κάνω την σπουδή στην σχεδιαστική και στην χρωματική,  ασχολήθηκα στα ελεύθερα τοπία και μετά πηγαίνοντας σε διάφορα μοναστήρια, ώστε να μελετήσω το βυζαντινό σχέδιο και το βυζαντινό χρώμα, μου προξένησε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, η ατμόσφαιρα που υπήρχε μέσα σ’ αυτούς τους ναούς. Σαν νέος δεν είχα καμία ανησυχία, για να καταλάβω το θεολογικό χαρακτήρα από αυτά που έβλεπα. Άρχισαν να μου αρέσουν τα βλέμματα των αγίων που δινόταν τόσο απλοποιημένα και σιγά – σιγά άρχισα να μελετάω επάνω στην θεολογία. Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί κατέληξαν να φτάσουν σε αυτή την απλοποίηση, την ιδιαιτερότητα, την σχεδιαστική. Όταν ξεκίνησα να ζωγραφίζω, δεν ζωγράφιζα κατά αυτόν τον τρόπο, όπως ζωγραφίζω σήμερα. Εκείνο που έμαθα στην ζωγραφική από τους δασκάλους μου, είναι το πώς θα φτιάξεις τα προπλάσματα, πώς θα γίνουν τα φωτίσματα, δεν έχει καμία σχέση η ζωγραφική που κάνω τώρα με την αρχική μου τεχνική. Πάνω σε θέματα αισθητικής, έχει υπάρξει η φυσιολογική ροή της ζωής που την διαμορφώνει, η εμπειρία που αποκτάς κατά την διάρκεια της ζωής σου».

     

    Πώς βρεθήκατε από την ζωγραφική στην τέχνη της αγιογραφίας;

     

    «Όταν ξεκίνησα έκανα την κλασσική σπουδή. Πέρασαν τα χρόνια, τελείωσα και μπήκα σε ένα εργαστήριο πολύ καλό του Γιώργου Κοτλίδη, ο οποίος ήταν καθαρά αριστερός και παράλληλα είχε πολύ μεγάλη αγάπη για την θεολογική τέχνη. Αυτός ο άνθρωπος, είχε μια ποιότητα, που σου έδινε με κάθε του λέξη, τον προβληματισμό του και την αφορμή να εμβαθύνεις στα πράγματα. Είχε πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα. Τότε εγώ τελειόφοιτος παρακολουθούσα στο εργαστήριο του και έτσι και έμαθα πολύ καλές τεχνικές. Η βυζαντινή τέχνη έχει άριστες τεχνικές. Από τον δάσκαλο αυτόν, έμαθα να έχω μαστοριά για αυτό που φτιάχνω. Τότε θυμάμαι, παρακολουθούσα και σκηνογραφία στο εργαστήριο του Σπύρου Βασιλείου, ο οποίος με εντυπωσίαζε πάρα πολύ με την ζωγραφική του. Μέσα μου υπήρχαν δυο στοιχεία. Πρώτον, αυτό που ονομάζουμε θεότητα.  Από μικρό παιδάκι θυμάμαι, από 7- 8 ετών, ζωγράφιζα τον Θεό με αφηρημένες έννοιες. Χρώματα μόνο χρώματα, και έλεγα αυτός είναι ο Θεός. Δεν ζωγράφιζα ένα γέροντα με γενειάδα άσπρη, όπως γίνεται κλασικά. Έδινα ένα φως, το οποίο πίστευα πως είναι ο Θεός για μένα. Κατά την πορεία, βλέποντας και σπουδάζοντας ζωγραφική, άρχισα να αγαπώ πάρα πολύ την νεοελληνική τέχνη, κυρίως τον Μόραλη,  και όλους αυτούς τους μεγάλους μας δασκάλους. Προσπάθησα μέσα από τα έργα μου, να δώσω ένα πάντρεμα, στην πορεία, όταν άρχισα και θυμάμαι όταν μου είχαν αναθέσει την πρώτη μου δουλειά, ήταν μια ζωγραφική σε ένα ναό, τον οποίο τον αντιμετώπισα με την κλασσική αυτή συνταγή, μπορώ να πω, την αυστηρότητα. Αφού έγινε ένα διάλλειμα από μένα, άρχισα να προετοιμάζω έργα που δεν ήθελα να ξεχωρίσω, την βυζαντινή τέχνη από την ζωγραφική, οπότε βρήκα έτσι ένα τρόπο, ένα  κωδικό κατά κάποιο τρόπο που να μπορέσω με τον χαρακτήρα αυτό, να αποδώσω την ζωγραφική με θεολογικό χαρακτήρα, αλλά παράλληλα να επεμβαίνει και στην σύγχρονη καθημερινότητα. Με ενδιέφερε πολύ ο καθημερινός άνθρωπος και η σχέση του με τον Θεό. Και έτσι αυτή ήταν η πρώτη μου αφορμή, να ξεκινήσω μέσω των αγγέλων, να στήνω θέματα τα οποία είχανε χαρακτήρα, για παράδειγμα, άγγελοι ποδηλάτες, άγγελοι να περιμένουν σε στάσεις λεωφορείων, ή σε ένα περίπτερο,  έφτιαξα π.χ  έναν περιπτερά άγγελο, και δίπλα του  να υπάρχουν νεοκλασσικά κτίρια. Οπότε, άρχισα να βάζω μέσα φιγούρες καθημερινές. Δηλαδή γυναίκες και παιδιά σε μορφές αγγέλων. Με ενδιέφερε να μπαίνουν οι άγγελοι στο σπίτι που έχουν ζήσει την ζωή τους, πολλοί άνθρωποι  και να σχολιάζουν την ζωή τους,  έτσι σαν συνοδοιπόροι με έναν διακριτικό πάντα τρόπο».

     

    Πότε ξεκίνησε η ενασχόληση σας με τα ψηφιδωτά;

     

    «Βρέθηκα στην Ιταλία με μια υποτροφία. Σπούδασα τον σχεδιασμό για ψηφιδωτά. Το ψηφιδωτό είναι μια τέχνη η οποία δεν ξεκινάει από ένα άτομο, αλλά υπάρχει σε αυτό μια ομαδικότητα. Είναι ο άνθρωπος που θα συλλάβει την ιδέα, ο άνθρωπος που θα δώσει το χρώμα, και ο άνθρωπος που θα συντονίσει όλους αυτούς που θα εργαστούν. Στα μωσαϊκά που φτιάχνω, η δική μου δουλειά φτάνει μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο μέχρι το φορμάρισμα, εγώ δεν τοποθετώ της πέτρες για παράδειγμα».

     

    – Είναι δικό σας το πιο λαμπρό σύγχρονο μνημείο στην πόλη μας,  την Καβάλα. Θέλετε να μας πείτε πώς ξεκίνησε η ιδέα αυτή;

     

    Η ιδέα αυτή ξεκίνησε από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου Προκόπιο, ήτανε ιδιαίτερος άνθρωπος, και είχε το χάρισμα να βλέπει πάντα μπροστά. Στην αρχή μου είχε ανατεθεί μονάχα τη μελέτη. Στην πορεία μου ζήτησε να αναλάβω και την δημιουργία του Μνημείου.  Εκείνο που ήθελα ήταν το μνημείο αυτό, να το δέσω αρχιτεκτονικά με τον συνολικό χώρο, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε δυο δρόμους και  για το λόγο αυτό προτίμησα την κοιλότητα. Ουσιαστικά για να έχει μια συμμετοχή ακόμη και η αρχιτεκτονική του Μνημείου, ανάλογα από ποια οπτική θα το συναντήσεις. Ήθελα το Μνημείο να το σχεδιάσω, με λιτό χαρακτήρα, με στοιχεία ελληνιστικά. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα και την αξιοποίησα κατά αυτό τον τρόπο, σε συνεργασία με τον Ιταλό Ρίνο Πασορούτι, καθηγητή Πανεπιστημίου στην Βόρειο Ιταλία, στην τοποθεσία Spilimbergo. Είναι σήμερα η καλύτερη σχολή που υπάρχει στον χώρο της Ιταλίας. Είχαμε στο πρόγραμμα να δημιουργήσουμε νέα πράγματα, με τον Μακαριστό Προκόπιο,  μα εργαζόμουν ασταμάτητα στον Πανάγιο Τάφο – τα  τελευταία χρόνια όπου είχα αναλάβει το σημείο της Αποκαθηλώσεως του Χριστού. Εκεί έχει γίνει μια σύνθεση 20 μέτρων που αναπαριστά την Αποκαθήλωση Του, τον Επιτάφιο Μυρισμό, όπου εκεί μπροστά βρίσκεται ο λίθος που ακούμπησαν τον Χριστό και μετά είναι ο ενταφιασμός του Χριστού, και  ουσιαστικά χαρακτηρίζει το τοπογραφικό όλου του Ιερού Ναού του Παναγίου Τάφου. Όπου η δουλειά μου αυτή, ήταν και η αρχή να αλλάξει η χρωματική μου γκάμα. Βλέποντας όλη αυτήν την δοξασία, δεν μπορούσα να εννοήσω πως με το σχέδιο και με το χρώμα, μέσα από ένα πιο αυστηρό ύφος, θα μπορούσα να απεικονίσω την δοξασία του Θεού.  Και ξεκίνησα να χρησιμοποιώ αυτά τα βασιλικά χρώματα, τις καρμίνες, τα χρυσά και τις ουλτραμαρίνες. Αυτό που ήθελα να καταφέρω, ήταν μέσα από τα έργα μου, η αίσθηση, να είναι πιο δοξαστική,  να στέκεται απέναντι ο άνθρωπος που πατάει με τα πόδια του στην γη και να βλέπει κάτι ιδιαίτερο από μακριά.  Να ταξιδέψει το μυαλό του, αυτό έχει σημασία. Αν μπορείς να βγάλεις ένα εισιτήριο που δίνει στον καθένα την δυνατότητα να ταξιδέψει,  έστω για μια – δυο ώρες είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Το παν είναι η ευρηματικότητα στην σύνθεση, να υπάρχει μαθηματική ισορροπία.

     

    Για παράδειγμα στον Ιερό Ναό του Βαπτιστήριου της Αγίας Λυδίας η αίσθηση που ήθελα να δώσω, είναι μπαίνοντας στον Ναό, να νιώθεις την αίσθηση του κρύου, να νιώσεις την αίσθηση του νερού, ως  Βαπτιστήριο. Για το λόγο αυτό, ζήτησα να γίνουν ορθομαρμαρώσεις, τόσο μεγάλες με άσπρο μάρμαρο και στα μικρά μωσαϊκά που μπαίνουν εκεί, να δώσουμε με τα χρώματα  ένα παλμό,  να πάρει τον χτύπο της καρδιάς, το Μνημείο. Διακριτικά. Πρόσφατα βρέθηκα στην Αμερική δημιούργησα εκεί ένα ναό πολύ μεγάλο, όπου προσπάθησα να δώσω αυτήν την ιδιαιτερότητα. Ο Ναός ανήκει σε Συρίους, Παλαιστινίους και Λιβανέζους. Έχουνε πολύ μεγάλη αγάπη οι άνθρωπο αυτοί, είναι ο τόπος που συγκεντρώνονται και έχουνε τις μνήμες από τις πατρίδες τους. Φτιάχνοντας εκεί την Πλατυτέρα, οι δυο Αρχάγγελοι αντί να κρατάνε την ράβδο της Εξουσίας βαστούν ένα κλωναράκι ελιάς, το οποίο περιγράφει ουσιαστικά την ελπίδα ώστε να ειρηνεύσει η περιοχή».

     

     

    – Μετά το βήμα του Αποστόλου Παύλου στην Καβάλα, και  τις  αγιογραφικές και ψηφιδογραφικές εργασίες στον Ιερό Ναό Αγίας Λυδίας Φιλίππων Καβάλας, σχεδιάζεται κάτι καινούργιο για την πόλη μας;

     

    «Στην Καβάλα, σήμερα,  με τον ιδιαίτερα καλλιεργημένο και δημιουργικό  Σεβασμιώτατο  Μητροπολίτη Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου κ. Στέφανο, ετοιμάζουμε 2 εξαίρετα μωσαϊκά, όπου το ένα από αυτά,  απεικονίζει την Αγία Λυδία, δίπλα στο ποτάμι, με σκηνικό πίσω ακριβώς, τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων».

     

    – Ποιο είναι το επόμενο σας βήμα στο προσεχές μέλλον;

     

    «Στην σχολή όπου πήρα και την υποτροφία Scuola Mosaicisti di Friuli Spilimbergo, στην Ιταλία όπου ασχολείται με την τέχνη του ψηφιδωτού, μεγάλοι καλλιτέχνες εκεί από όλο τον κόσμο δημιουργούν. Στο πανεπιστήμιο  αυτό απέκτησα την υποτροφία και στην πορεία, απέκτησα την εμπειρία και την γνώση, κοντά σε λαμπρούς ψηφιδογράφους. Εκεί δεν υπήρχε το Βυζαντινό ψηφιδωτό,  το οποίο και είναι πολύ χαρακτηριστικό, δέχθηκα λοιπόν πρόσκληση να αναλάβω εγώ το τμήμα και να το οργανώσω. Εργάστηκα 8 χρόνια μεθοδικά και απέκτησα την συνεργασία με επώνυμους , ταλαντούχους ψηφιδογράφους.

    Τις επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα στις  15 Αυγούστου θα βρεθώ εκεί, στην Ιταλία, σε  μια εκκλησία του 10ου αιώνα, όπου γίνεται αφιέρωμα στην δουλειά μου. Η διοργάνωση ανήκει στο Προξενείο της Τεργέστης σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Scuola Mosaicisti di Friuli Spilimbergo . Σε έναν άλλο ναό του 6ου αιώνα, υπάρχει μια δική μου δουλειά που απεικονίζει την Παναγία Καρδιοβαστάζουσα. Μια πελώρια εικόνα 2 μέτρων η οποία και φιλοξενήθηκε στο παρεκκλήσιο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία αγάπησε τόσο πολύ ο κόσμος που ανάγκασε τον Επίσκοπο της περιοχής να  τοποθετήσει την εικόνα της Παναγίας  στην εκκλησία στον αριστερό πεσσό (στο τέμπλο)».

     

     

    Ο Βλάσιος Τσοτσώνης γεννήθηκε το 1951. Σπούδασε Καλές Τέχνες στην Αθήνα και διδάχθηκε την τέχνη της αγιογραφίας. Στη συνέχεια, σπούδασε Αισθητική της Ψηφιδογραφίας στη Scuola Mosaicisti di Friuli Spilimbergo, στην Ιταλία.

    Περισσότερες πληροφορίες: http://vlasiostsotsonis.gr/el/bio.html

     

     

     

     


    Δημοσιεύτηκε στις

    Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.