Χρονόμετρο
header banner

ΤΑ «ΜΑΓΙΚΑ» ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΣΩΤΗΡΟΥΔΗ!

Δημοσιεύτηκε στις

Αν και η καταγωγή του έλκει από τον Έβρο (Πετρωτά Ορεστιάδας), νιώθει και είναι περισσότερο Καβαλιώτης από πολλούς ντόπιους! Στην πόλη μας πάντως έφθασε το 1975 και εδώ ρίζωσε για τα καλά, αφού προηγουμένως τη γνώρισε και την αγάπησε από τις σχολικές εκδρομές που έκανε ως οικότροφος της Εκκλησιαστικής Σχολής Ξάνθης την περίοδο 1954 – 61. Πολλοί μάλιστα συμμαθητές του Καβαλιώτες στη σχολή, ίσως να του έδωσαν το τελικό κίνητρο να πάρει τελικά τη μεγάλη απόφαση για να εγκατασταθεί αργότερα στον τόπο μας.

 

Στη Σχολή Καλών Τεχνών 

Στην Εκκλησιαστική Σχολή Ξάνθης, ο Δημοσθένης Σωτηρούδης είχε καθηγητή στο μάθημα των καλλιτεχνικών τον μακαρίτη τον Χρήστο Παυλίδη. Η κόντρα που είχε μαζί του ήταν μνημειώδης. Συχνά μάλιστα, μεταξύ αστείου και σοβαρού του έλεγε:   «Δημοσθένη άκουσε καλά, μπακάλης θα γίνεις, καστανάς θα γίνεις αλλά καλλιτέχνης δεν θα γίνεις ποτέ»!!!

Στην πραγματικότητα, ο ίδιος καθηγητής του πίστευε πως ο μαθητής του έκρυβε μεγάλες δυνάμεις και πως μια στροφή του στην καλλιτεχνία ήταν πλέον θέμα χρόνου. Έτσι με το που τελειώνει τη Σχολή του το 1961 και αφού ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, ξενιτεύεται στη Γερμανία. Πόλη προορισμού η Στουτγάρδη. Ήταν το 1964 όταν τα αδέλφια του εκεί τον υποδέχονται και του δίνουν τις πρώτες κατευθύνσεις για να κινηθεί στο νέο τόπο ζωής του. Τα Γερμανικά τα μιλούσε αρκετά καλά ο Δημοσθένης. Τα σχέδιά του μεγαλεπήβολα. Στην Στουτγάρδη εγγράφεται στην εκεί φημισμένη Σχολή Καλών Τεχνών (Πανεπιστημιακό επίπεδο) και αποφασίζει να στρωθεί στη δουλειά, να μελετήσει πολύ και να αποκτήσει γνώσεις και εμπειρία. Η Σχολή Καλών Τεχνών της Στουτγάρδης γεννήθηκε και οργανώθηκε κυριολεκτικά από τις στάχτες του δεύτερου μεγάλου πολέμου και πολύ γρήγορα απέκτησε εξαιρετική φήμη. Διέθετε λαμπρό διδακτικό προσωπικό, τα ιδανικά για ένα φοιτητή εργαστήρια, εποπτικά μέσα διδασκαλίας, πληθώρα από αίθουσες και χώρους εφαρμογών και ότι τέλος πάντων απαιτούσε ένα μοντέρνο και σύγχρονο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Ο τομέας της γλυπτικής στη σχολή διέθετε τρεις κατευθύνσεις:

Α. Την ανθρωπομορφική, με πηλό, πέτρα, χαλκό και ξύλο.

Β. Των αφηρημένων μορφών και σχημάτων με χρήση μόνο πέτρας και                                       

Γ.  Την αποκλειστική χρήση των μετάλλων ως υλικό για την κατασκευή γλυπτών δημιουργιών. 

Οι σπουδές του θα διαρκέσουν έξι ολόκληρα χρόνια. Στα δύο πρώτα χρόνια θα παρακολουθήσει πολλά θεωρητικά μαθήματα, θα μελετήσει σχέδιο, τα χρώματα, τα αρχιτεκτονικά σχήματα αλλά και πολλά παιδαγωγικά. Στα υπόλοιπα τέσσερα, αν και ποτέ δεν πέρασε νωρίτερα από το μυαλό του, θα δείξει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την τέχνη της γλυπτικής και ειδικότερα της  πρώτης κατηγορίας, δηλαδή την ανθρωπομορφική και σ αυτήν τελικά θα δοθεί ολοκληρωτικά. Εξ άλλου το ανθρώπινο σώμα στο σύνολό του απασχολούσε ανέκαθεν το «είναι» του Δημοσθένη και με τον τομέα που επέλεξε να ασχοληθεί θα κατορθώσει να εντρυφήσει βαθειά στα μυστικά που αυτό κρύβει. Η Ελληνική καταβολή του πάντως και η κλασική του παιδεία, σίγουρα θα συνηγορήσουν και αυτές στην τελική του κρίσιμη επιλογή. Στο μεταξύ για να καταφέρει να προχωρήσει στα τελευταία δύο έτη της σχολής του, έπρεπε να παρουσιάσει σημαντική πρόοδο στην ποιότητα των γλυπτών του, πράγμα που τελικά έγινε και μάλιστα με την επίφαση των αρμόδιων καθηγητών του. Έτσι, όταν θα αποφοιτήσει θα είναι ένας έτοιμος, ικανός και ώριμος γλύπτης. Το 1971 τελικά ως πτυχιούχος επιστρέφει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη.

 

Το μεγάλο ταξίδι     

Στην Αλεξανδρούπολη ο Δημοσθένης Σωτηρούδης θα καταπιαστεί για δύο με τρία χρόνια με τη γλυπτική, τη ζωγραφική αλλά και με άλλες διάφορες ενασχολήσεις. Στο βάθος όμως του μυαλού του θα έχει την όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία του για το μεγάλο του ταξίδι στην Αμερική. Ένα ταξίδι όνειρο ζωής, μέσα από το οποίο σκοπεύει να αποκομίσει πολλές και χρήσιμες εμπειρίες, επισκεπτόμενος μεγάλα και σύγχρονα μουσεία. Ο ίδιος διψάει για νέες όψεις, εικόνες, μορφές και τεχνοτροπίες, έτσι όπως τις συλλαμβάνουν και τις αποδίδουν οι συνάδελφοί του γλύπτες στην τεράστια αυτή μακρινή χώρα.

Τελικά, αφήνει στην Αλεξανδρούπολη τη γυναίκα του και το μικρό του γιο και το 1974 ταξιδεύει για την Νέα Υόρκη. Θα εγκατασταθεί στα βόρεια προάστιά της και εκεί θα μείνει περίπου για έξι μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων θα κάνει αυτό που του υποβάλουν τα μέχρι τότε ανεκπλήρωτα όνειρά του καθώς και οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Στο εκεί περιβάλλον είναι αλήθεια πως δεν αρέστηκε. Έκανε όμως πολλές και ενδιαφέρουσες γνωριμίες με ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος. Μάλιστα το εκεί Πανεπιστήμιο, στο οποίο και έδωσε εξ αρχής τα «διαπιστευτήριά» του, του διοργάνωσε μια ατομική έκθεση ζωγραφικής, με έργα τα οποία δούλευε σιωπηρά στον ελεύθερο χρόνο του. Κοντολογίς, στη Νέα Υόρκη θα δημιουργήσει έναν τεράστιο κύκλο φίλων καλλιτεχνών – σε αυτό θα βοηθήσουν και συγκεκριμένες ευτυχείς συγκυρίες – με τους οποίους θα έχει την ευκαιρία να συζητεί τακτικά και να ανταλλάσσει απόψεις γύρω από τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής εκείνης.

Εγκατάσταση στην Καβάλα  

Η επιστροφή του στην Ελλάδα συνοδεύεται με την άμεση σχεδόν εγκατάστασή του στην Καβάλα, κάτι για το οποίο είχε ήδη προετοιμαστεί ψυχολογικά νωρίτερα στην Αμερική. Την Καβάλα την ήθελε ανέκαθεν ο Δημοσθένης και σ’ αυτό συνηγορούσε η  αμφιθεατρική της θέση, η ομορφιά της, η θάλασσα, το κλίμα της αλλά πρωτίστως η ιστορία της. Στην πόλη δεν γνωρίζει απολύτως κανέναν. Μάλιστα τον εντυπωσιάζει ο μεγάλος αριθμός τοπικών εφημερίδων που κυκλοφορεί, γεγονός που τον κάνει να σκεφτεί ότι ίσως κάτι αντίστοιχο σε πνευματική κίνηση να τεκταίνεται και στους κόλπους της. Όμως άνθρακες ο θησαυρός! Τίποτε το πνευματικό δεν κυοφορείται εκείνη την εποχή στην πόλη. Ο κόσμος έχει στραμμένα τα ενδιαφέροντά του σε άλλα πράγματα. Μόνο στο Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών κάτι διαδραματίζεται αλλά και αυτό είναι πολύ λίγο για μια πόλη με τις πληθυσμιακές προδιαγραφές της Καβάλας. Ο ίδιος ψάχνει για εκθεσιακό χώρο. Σκέφτεται να εκθέσει άμεσα έργα του, ώστε να τον μάθει ο κόσμος. Εξ άλλου έχει ήδη έτοιμα έργα του ζωγραφικής και γλυπτικής.  Στην Μεγάλου Αλεξάνδρου, απέναντι από την κεντρική είσοδο σήμερα του Εμπορικού κέντρου, ενοικιάζει έναν ισόγειο χώρο και εγκαθιστά εκεί την πρώτη του γκαλερί. Η προσέλευση του κόσμου κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική. Ισχνή! Προφανώς αυτή η πόλη δεν διαθέτει φιλότεχνους, θα σκέφτηκε ο Δημοσθένης. Μάλιστα υπήρχαν μέρες που δεν έμπαινε κανένας επισκέπτης μέσα στο χώρο της έκθεσης. Ο κόσμος περνούσε απ έξω και ούτε καν κοίταζε μέσα. Μόνο ο παλιός Καβαλιώτης Μίλτων Ζωγράφος, ζωγράφος και στην ιδιότητα, μπαινόβγαινε τακτικά στο χώρο και τον παρακινούσε να τα μαζέψει και να φύγει από την Καβάλα το γρηγορότερο δυνατό.

 

Κάποια στιγμή και ουσιαστικά από το πουθενά, εμφανίζεται στο χώρο της έκθεσης ο Γιάννης Βανίδης – αργότερα ιδρυτής της Φωτοθήκης στη Θεσσαλονίκη – και βέβαια ξένος στην πόλη. Ο Γιάννης Βανίδης θα είναι ουσιαστικά ο πρώτος επισκέπτης στην έκθεση. Θα συζητήσει εκτενώς με τον Δημοσθένη και θα εντυπωσιαστεί από το έργο του και τις απόψεις του. Μάλιστα φεύγοντας θα αγοράσει και ένα έργο, ενώ θα δώσει την υπόσχεση να φέρει στην έκθεση τέσσερα λεωφορεία με επισκέπτες από τη Θεσσαλονίκη. Σε λίγες μέρες η υπόσχεση του Γιάννη θα υλοποιηθεί στο ακέραιο και μπρος στα εμβρόντητα μάτια της τοπικής κοινωνίας διακόσιοι Θεσσαλονικείς θα δημιουργήσουν το αδιαχώρητο στην Μεγάλου Αλεξάνδρου, δίνοντας επιτέλους την αίσθηση στην τοπική κοινωνία ότι κάτι πολύ σημαντικό συμβαίνει εκεί.

Για τον Δημοσθένη Σωτηρούδη η εικόνα της Καβάλας εκείνη της εποχής ήταν παραπλανητική. Σ’ αυτό βοηθούσε η θέση της και η απαράμιλλη ομορφιά της. Όμως στα σπλάχνα της υπήρχαν μεγάλα κενά. Ως πόλη ακόμη και τώρα δεν διαθέτει συνεκτικότητα και ομοιογένεια. Οι ντόπιοι και βέροι Καβαλιώτες ουσιαστικά διεσπάρησαν. Άρα η κοινωνία της αποτελεί ένα ιδιόμορφο ανθρωπολογικό αμάλγαμα. Στον πνευματικό της ιστό δεν κυριαρχούν οι συλλογικές καλλιτεχνικές δυνάμεις αλλά η ατομικότητα και οι μεμονωμένες δράσεις και βέβαια αυτό αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα.

Η κοινωνία της Καβάλας σήμερα αντιμετωπίζει θετικά τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Δημοσθένη Σωτηρούδη. Τον θεωρεί σοβαρό και εργατικό. Όμως δεν αγοράζει εύκολα τα έργα του. Να φταίει η σημερινή οικονομική κρίση; Μπορεί σε έναν βαθμό. Όμως στην ουσία πολλοί λίγοι είναι οι Καβαλιώτες που συνηθίζουν να κοσμούν τα σπίτια τους με έργα τέχνης, πολύ δε περισσότερο με γλυπτά που κοστίζουν πολύ περισσότερο.

 

«Η γλυπτική, ισχυρίζεται ο Δημοσθένης, είναι μια τέχνη πολύ διαφορετική από τις άλλες. Ο γλύπτης πρέπει να είναι ικανός να οργανώσει τις φόρμες του. Χρειάζεται άριστη διαχείριση των όγκων, σωστές πλαστικές εφαρμογές, αντίληψη των επιπέδων και φωτός και βέβαια όλες τις συνεπακόλουθες παραμέτρους με ζητούμενο την ισορροπία και τη λειτουργικότητα. Ένα γλυπτό οφείλει να έλκει κοντά του τον θεατή. Μάλιστα όταν αυτός προκαλείται να το θωπεύσει, τότε αυτό αποκτάει άμεσα απτικές ιδιότητες. Η χάρη, η μορφή και η αρμονία ενός γλυπτού οφείλουν να διαχέονται μυστηριωδώς στον θεατή!

 

Ο γλύπτης Δημοσθένης Σωτηρούδης τολμάει και εκθέτει δεκαετίες τώρα τα έργα του στον κόσμο. Είναι σίγουρος και βέβαιος για το έργο του. Τριανταπέντε ατομικές εκθέσεις του θα παρουσιαστούν σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Καβάλα κα. Όμως τη μεγαλύτερη ανταπόκριση του κοινού τη νοιώθει μόνιμα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

 

ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ.1 ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ.2 ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ.3 ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ.6 ΣΩΤΗΡΟΥΔΗΣ.5

 


Δημοσιεύτηκε στις 0

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

2 × five =