Χρονόμετρο

    Στοές της Καβάλας, τι κρύβουν! Αποκαλυπτικές φωτογραφίες από το εσωτερικό τους

    Δημοσιεύτηκε στις

    Του Στέλιου Βαρυπάτη

     

    Κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια μας, ιδιαίτερα αυτό ισχύει για τους κατοίκους της Παναγίας, βρίσκεται ένας υπόγειος κόσμος, σχεδόν άγνωστος και ανεξερεύνητος. Ένας κόσμος σκοτεινός, υγρός και δύσοσμος, που όμως μπορεί να μας δώσει πληροφορία και γνώση για το παρελθόν. Οι περισσότεροι τον συνδέουμε με αρνητική σκέψη, κάποιοι τον αντιμετωπίζουν με φόβο, άλλοι τον αγαπούν και τον  εξερευνούν σε «βάθος».

    Η δημοσίευση αποτελεί συνέχεια της αναφοράς μας στα υπόγεια μνημεία της περιοχής μας. Στο άρθρο αυτό θα περιγράψουμε τις  στοές του λιμανιού της  Καβάλας (ύψος τελωνείου), που σημαντικές ή όχι – αυτό θα το κρίνει ο καθένας μόνος του- είναι εκεί και περιμένουν κάποιος να τις φωτίσει.

     

    Το ερέθισμα

    Η πληροφορία και ακολούθως η ιδέα της εξερεύνησης των στοών του τελωνείου στο λιμάνι της Καβάλας, προέκυψε από ένα άρθρο σε τοπική εφημερίδα (Πέμπτη 5/2/04). Μεταφέρω κάποια σημεία της δημοσίευσης αυτούσια:

    «….Ανακαλύφθηκαν και δύο σπήλαια, που στον πυθμένα τους έχουν νερό και δεν μπόρεσαν οι άνθρωποι των συνεργείων να τα περπατήσουν για να δουν που καταλήγουν, αφού τα νερά που τρέχουν συνεχώς τους εμποδίζουν την πρόσβαση. Πάντως, απ’ ότι μάθαμε πρόκειται για τις σπηλιές που κρύβονταν οι Γερμανοί πιλότοι από τα υδροπλάνα που είχαν την έδρα τους στην περιοχή, κατά την Γερμανική κατοχή, για να γλιτώσουν τους βομβαρδισμούς…..»

    Η αντίδραση μας  στην “πρόκληση” ήταν άμεση. Είχαμε ακούσει διάφορες φήμες για στοές στον Βράχο της Παναγίας αλλά καμία δεν υποστηριζόταν από στοιχεία. Τώρα όμως υπήρχαν φωτογραφίες και περιγραφές.  Με τον φίλο και συνάδελφο Γιώργο Μιχαηλίδη  συνεννοηθήκαμε για επίσκεψη στις στοές την επόμενη Κυριακή. Υπήρχαν όμως δύο μικρά προβλήματα που δυσκόλευαν κάπως την κατάσταση. Πρώτον οι σπηλιές βρίσκονταν στον χώρο του τελωνείου καβάλας, που θεωρητικά τουλάχιστον ήταν φυλασσόμενος και δεύτερον, ήταν πλημμυρισμένες από νερά και μάλιστα συνεχώς τρεχούμενα κατά την εφημερίδα τουλάχιστον.  Αποφασίσαμε λοιπόν να “παρανομήσουμε”, παίρνοντας το ρίσκο να περάσουμε το Σαβ/κο μας στα γραφεία του λιμενικού, απολογούμενοι για τις έμφυτες ανησυχίες μας. Αυτό έδωσε λύση στο ένα πρόβλημα, το άλλο θέμα των υδάτων το ανέλαβε ο Γιώργος με την ιδιότητα του δύτη και με μια μικρή εμπειρία στην σπηλαιοκατάδυση. Το πρωί της Κυριακής και μετά από ένα πυρετό οργάνωσης όλα ήταν έτοιμα. Φακοί, πυξίδες, στολές κατάδυσης, αδιάβροχες μπότες, φωτογραφική μηχανή, μετροταινία, καφές και άλλα σχετικά. Περίπου στις εννιά βρισκόμασταν στην είσοδο της πρώτης σπηλιάς.

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

     

    Η πρώτη επαφή

     

    Πράγματι, υπήρχαν νερά από την πρώτη είσοδο και προς το βάθος. Με την βοήθεια ενός μπαστουνιού ελέγξαμε το βάθος, τελικά χρειάστηκαν μόνο οι απλές λαστιχένιες μπότες που είχαμε φέρει και ο “ειδικός” εξοπλισμός έμεινε αχρησιμοποίητος. Το βαθύτερο σημείο ήταν 20 -25 εκατοστά. Ο λαός είναι σοφός «όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι», στην περίπτωση μας σήμαινε ότι άδικα κουβαλήσαμε τόσο εξοπλισμό καταδύσεων. Το δάπεδο σταθερό πάνω στον βράχο και λασπώδες σε μερικά σημεία του από τα φερτά υλικά. Προσεκτικά προχωρήσαμε στην πρώτη στοά (σχ. Tunnel Α) μήκους περίπου 11 m με σταδιακή δεξιά κλίση. Το ύψος ήταν στα 2m και πλάτος 2-2.30 m ανάλογα με το σημείο, ιδιαίτερα ευρύχωρη δηλαδή. Η έκπληξη μας περίμενε μετά την στροφή που πριν ανέφερα.  Μια μεγάλη αίθουσα διαστάσεων ύψους 3-4m και πλάτους 4-5m, αισθανθήκαμε ότι το προηγούμενο πέρασμα ήταν “λαγούμι”! Ο χώρος ήταν στεγνός σχετικά με πολύ λίγο νερό και αρκετές πέτρες μεγάλου μεγέθους στο δάπεδο. Το συνολικό του μήκος περίπου 20m. Φθάνοντας στην μέση παρατηρήσαμε ότι από την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχε φυσικός φωτισμός. Πλησιάζοντας το φως δυνάμωνε και  στο τέλος του διαδρόμου σε μια σχεδόν κάθετη γωνία, πάλι στα δεξιά μας, βρήκαμε την έξοδο. Τελικά οι δύο σπηλιές, που το δημοσίευμα ανέφερε, ήταν μία! Απλά είχε δύο εισόδους-εξόδους και λίγο αργότερα καταλάβαμε τον λόγο. Λίγο πριν την δεξιά είσοδο (Β), προσέξαμε μια άλλη ευρύχωρη στοά (σχ. στοά B). Παρόμοια στοά υπήρχε και στην μέση περίπου του μεγάλου κεντρικού Θαλάμου (σχ. στοά Γ). ). Η στοά Β ήταν  λαξευμένη στον βράχο με ιδιαίτερα προσεκτικό τρόπο, με σχεδόν ορθές γωνίες μεταξύ πλάγιων τοιχωμάτων και οροφής. Ο αριστερός τοίχος ήταν εντελώς λείος και φαίνεται ότι αποκολλήθηκαν μεγάλες πλάκες για να πάρει το σχήμα αυτό. Φαίνεται να είχε  εκτελεσθεί η εργασία αυτή με σύγχρονα εργαλεία ή μηχανήματα. Πλάτος βάσεως ίδιο με το  πλάτος οροφής περίπου 1.90m και ύψος 2m. Η στοά Γ δεν μας επέτρεπε   την έρευνα λόγω των υλικών που την έφραζαν. Τοιχώματα ακανόνιστα (όσο μας επιτρέπονταν να ελέγξουμε οπτικά), το πλάτος βάσεως ήταν περίπου το ίδιο με αυτό της οροφής, περίπου2.30m, ιδιαίτερα ευρύχωρη όπως και η στοά Β. Το παράξενο ήταν ότι και τα δύο τούνελ ήταν μπαζωμένα με μεγάλους ακατέργαστους λίθους.

    Η προκαταρκτική έρευνα είχε ολοκληρωθεί. Τώρα ήταν το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μέρος. Η εξήγηση και η παρατήρηση των λεπτομερειών. Οφείλω να ομολογήσω ότι ο Γιώργος ήταν (και συνήθως είναι) περισσότερο παρατηρητικός, γεγονός που μας βοήθησε στην διεξαγωγή συμπερασμάτων.

    Υπόθεση πρώτη- αρχαίο μεταλλείο.

    Εμφανές  είναι ότι πρόκειται για τεχνητή κατασκευή, αυτό τουλάχιστον υποθέσαμε παρά την απειρία μας. Το άξιον απορίας είναι που οδηγούν τα τούνελ Β &Γ που τέμνουν την κεντρική σήραγγα και για ποιο λόγο σφραγίστηκαν σε όλο το μήκος τους, από ποιους και πότε;  Σύμφωνα με πρακτικές των αρχαίων ελλήνων θα μπορούσε να αποτελεί μεταλλείο, διότι συνήθως μπάζωναν τις μη χρησιμοποιούμενες στοές με υλικά από τις νέες. Η ιδέα αυτή προέκυψε από τους  λίθους που έφραζαν τις στοές. Απορρίφθηκε όμως αμέσως, πολύ απλά διότι όλη η υπόλοιπη κατασκευή δεν τηρούσε τους κανόνες της αρχαίας πρακτικής. Οι στοές θα έπρεπε να ήταν στενάχωρες όπως συνηθιζόταν στην αρχαία τεχνοτροπία, πολλές φορές οι δούλοι εργαζόταν γονατιστοί. Χρησιμοποιούσαν ακόμη και μικρά παιδιά, λόγω της στενότητας των χώρων.  Αυτές οι ευρύχωρες στοές απέκλειαν το ενδεχόμενο με σχετική σιγουριά. Η περίπτωση του αρχαίου  ορυχείου, που μεταγενέστερα με τις ανάλογες επεμβάσεις εξυπηρέτησε άλλες ανάγκες, ενδεχομένως στρατιωτικές, είναι μια πιθανότητα, μετά από τέτοιες επεμβάσεις είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς. Γενικότερα όμως στην περιοχή έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν πολλά σπηλαιορυχεία στους παραλιακούς ορεινούς όγκους.

     

     

     

     

     

     

     

     Υπόθεση δεύτερη- Στρατιωτική εγκατάσταση, κρησφύγετο, αρχαία δίοδος διαφυγής.

     

    Η πρακτική των μυστικών εξόδων διαφυγής είναι γνωστή σε όλους μας και ειδικά στην περίπτωση αυτή ταιριάζει σαν πιθανότητα, αφού το κάστρο της πόλης δεσπόζει στην κορυφή του βράχου.  Θεωρήσαμε πολύ πιθανό η αρχική διάνοιξη και κατασκευή να ανάγεται πίσω στα χρόνια της πρώτης ίσως οχύρωσης στα αρχαία χρόνια ή στην μεσαιωνική φάση.

    Υπήρχε  βέβαια η πληροφορία από τις μαρτυρίες των κατοίκων για στρατιωτική κατασκευή , αλλά αυτό που περισσότερο μας οδήγησε στην σκέψη της χρήσης των στοών για στρατιωτικούς σκοπούς, ήταν η διάταξη των στοών, ο προσανατολισμός των εισόδων – εξόδων τους και η εσωτερική διαρρύθμιση της υπόγειας αυτής εγκατάστασης.

    Τόσο η είσοδος Α όσο και η είσοδος Β  δεν είχαν οπτική επαφή μεταξύ τους, λόγω του διαφορετικού προσανατολισμού. Η πρώτη “έβλεπε” δυτικά, ενώ η δεύτερη νότια είναι μη ορατή, εάν ο παρατηρητής βρίσκονταν  απέναντι από τον βράχο. Το ίδιο συνέβαινε και με τις  εισόδους των εσωτερικών  στοών Β & Γ , όπου η οπτική επαφή διακόπτονταν από μια ενδιάμεση σε αυτές προεξοχή του τοιχώματος του τούνελ Α (σχ. Σημείο Δ). Σημειώνουμε  ότι και οι δύο ήταν “αόρατες”, πριν καθαριστεί ο χώρος των τειχών και η πυκνή βλάστηση από τα συνεργεία της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Με λίγα λόγια, επί δεκαετίες δεν είχε γίνει αντιληπτή η θέση τους, σε ένα τόσο πολυσύχναστο σημείο όπως το τελωνείο.

    Αναρωτηθήκαμε για ποιο λόγο  χρησιμοποιήθηκαν τόσοι τόνοι πέτρας (φερμένη από έξω ίσως), για την απομόνωση των στοών Β & Γ, ενώ θα υπήρχε το ίδιο αποτέλεσμα απλά με την οικοδόμηση ενός τοίχου. Αυτό που πρώτα μας απασχόλησε, ήταν η υπόθεση ότι η τοποθέτηση τέτοιων εμποδίων στις στοές, απέκλειε την αιφνίδια πρόσβαση από το εσωτερικό του βράχου στην κεντρική στοά Α ή το αντίθετο. Από την άλλη όμως στερούσε χρήσιμο χώρο, αλλά και την δυνατότητα πλήρους κάλυψης -λόγω της μείωσης του βάθους των στοών- σε περίπτωση σφοδρού βομβαρδισμού ή επίθεσης. Ίσως να προϋπήρχαν και άλλα τούνελ από τις προγενέστερες ακόμη εγκαταστάσεις που επικοινωνούσαν με την σπηλιά, δίνοντας έτσι διέξοδο προς το λιμάνι. Όλα όμως απομονώθηκαν με την αποκοπή των Β & Γ. Ένας τοίχος ανατινάζεται εύκολα, αν δεχθούμε ότι κατασκευάστηκαν στον πρώτο ή δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Σίγουρα όμως η εναπόθεση τόσων τόνων υλικού δεν είναι κάτι που εύκολα κανείς ξεπερνά. Μπορεί λοιπόν απλά να ασφάλισαν τα «νώτα» τους από μια εσωτερική εισβολή (μέσα από τον βράχο) ή απλά να έκρυψαν κάτι σημαντικό. Μήπως τελικά πίσω από αυτό τον όγκο των υλικών υπήρχε  κάτι άλλο; Φανερά το τούνελ Β κατέληγε  σε ένα ευρύχωρο χώρο (αίθουσα), ο οποίος ήταν επίσης μπαζωμένος. Αυτή την ιδέα μας έδωσε ο χώρος που συναντήσαμε αφού διανύσαμε έρποντας σε ιδιαίτερα στενό πέρασμα περίπου εννέα μέτρα (Η απόσταση από την αρχή της στοάς Β, μέχρι του σημείου που κάποιος μπορεί να συρθεί σημειώθηκε στο σχήμα με μαύρο βέλος). Στην αριστερή πλευρά του Β κάποιοι με πολύ κόπο αφαίρεσαν τις πέτρες, δημιουργώντας έτσι την πρόσβαση που πριν περιγράψαμε, αλλά σταμάτησαν στην υποτιθέμενη αίθουσα (κατά την άποψη μας τουλάχιστον). Υποθέσαμε ότι οι δύο στοές επικοινωνούσαν δημιουργώντας έτσι ένα ημικύκλιο ή τεθλασμένο σχήμα, στην ουσία δηλαδή ότι πρόκειται για μία μόνο στοά, που ίσως να είχε και άλλες διακλαδώσεις (στο σχήμα με διακεκομμένη γραμμή). Παρόλο που οι γερμανοί συνήθιζαν να ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις τους στην αποχώρηση, τέτοια περίπτωση δεν φαίνεται να  υπάρχει, όσο αφορά τα μπάζα, διότι οι στοές ήταν ανέπαφες. Υποθέσαμε ότι στα κλειστά τούνελ αποθηκευόταν καύσιμα και ίσως κάποια ελαφριά πυροβόλα όπλα, για μεγαλύτερη προστασία σε περίπτωση επίθεσης στο λιμάνι. Πάντως το κλείσιμο των δύο αυτών στοών ήταν έργο επίπονο και σίγουρα απαίτησε αρκετά άτομα.

    Εκτός από τις γνωστές στοές της χερσονήσου που αναφέρονται από τον κο Καραγιαννακίδη Ν[1]. (ιστορικός – Γ.Α.Κ.) και αφορούν τρεις στον αριθμό (οδός Πουλίδου, Πιπίνου-Καρνάγιο, Κίμωνος), άλλες δημοσιεύσεις δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε.

    Υπάρχουν όμως προφορικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι από το κάστρο ξεκινούν υπόγειες διαδρομές που καταλήγουν σε διάφορα σημεία του βράχου της Παναγίας. Μια από αυτές αναφέρει για μια στοά, από το Κάστρο έως τον φάρο στην μύτη της χερσονήσου, με υποθαλάσσιο  σημείο πρόσβασης.

    Εικόνα 1-είσοδος Α (αριστερά) και σπίτι στρατηγού (ακριβώς από πάνω). 
    Είσοδος Β     (δεξιά) μη ορατή.

    Η φήμη  όμως που ταιριάζει καλύτερα στις στοές του τελωνείου, είναι η σύνδεση τους με το σπίτι του στρατηγού, το οποίο βρίσκεται σχεδόν από πάνω.   Στην άποψη αυτή συνηγορούν και τα εξής στοιχεία: Η πρακτική των εξόδων διαφυγής, συμφωνεί απόλυτα με μια στοά, που θα χρησίμευε στην φυγάδευση του ανώτερου στρατιωτικού βαθμοφόρου, σε μια αιφνίδια επίθεση ή βομβαρδισμό.  Πιθανά οι στοές στην σημερινή τους μορφή, είναι αποτέλεσμα επεμβάσεων πολύ μεταγενέστερων, για την κάλυψη πλέον στρατιωτικών αναγκών των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Βέβαια λόγω του σημείου που βρίσκονται, υπάρχει επίσης η πιθανότητα η αρχική κατασκευή τους να είχε ως σκοπό την διαφυγή από το κάστρο. Αν αναλογιστούμε ότι το κάστρο παρέμεινε για πολλούς αιώνες το τελευταίο σημείο άμυνας και παροπλίστηκε μόνο στα τέλη του 19ου αι., τότε η σκέψη αυτή φαίνεται λογική.   Η δολιοφθορά των εχθρικών πλοίων, η κατασκοπία των κινήσεων των πολιορκητών και η φυγάδευση των πολιορκημένων, ήταν ίσως οι λόγοι κατασκευής ενός τέτοιου δικτύου. Ας μην ξεχνάμε ότι το λιμάνι κατασκευάστηκε σχετικά πρόσφατα και τον βράχο έβρεχε έως τότε η θάλασσα. Αυτό σημαίνει ότι η σπηλιές ήταν άριστα καλυμμένες και προστατευμένες, εφόσον βρίσκονταν σε σημείο τέτοιο, που μόνο από την θάλασσα θα μπορούσαν να εντοπιστούν. Με την φυσική κάλυψη που προαναφέραμε, η πιθανότητες ανακάλυψης τους ήταν ελάχιστες.  Καταλήξαμε πάντως στο συμπέρασμα ότι η παρούσα μορφή των στοών δεν ήταν σίγουρα η αρχική. Οι μεταγενέστεροι “ένοικοι” της, διατήρησαν μάλλον τις βασικές διακλαδώσεις και διαμόρφωσαν έτσι τους χώρους, ώστε να εξυπηρετούν τις νέες στρατιωτικές ανάγκες (αποθήκευσης & κάλυψης). Ακόμη και η κατασκοπία από αέρος ήταν αδύνατη, όσο αφορά την χρήση τους κατά τους παγκοσμίους πολέμους.

    Παρόμοιες υπόγειες κατασκευές υπήρχαν στην θέση «Ακόντισμα» στον λόφο της Ν. Καρβάλης στις οποίες είχαμε αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο (χρονόμετρο 8/2/08). Πρόκειται για οργανωμένο και πολύ καλά σχεδιασμένο δίκτυο στοών, με έξι συνολικά εισόδους – εξόδους, αδιαμφισβήτητα για την κάλυψη των οπλιτών. Προσωπικές μαρτυρίες αναγάγουν την κατασκευή τους κατά τον Β΄Π.Π. από έλληνες υπόχρεους σε καταναγκαστικά έργα, με εντολή των βουλγάρων βέβαια. Επίσης οπτικά εντοπίστηκαν στο χώρο στάθμευσης της πυροσβεστικής δύο είσοδοι στοών φραγμένοι με σύρμα. Δεν έχουμε κάποια πληροφορία για τις στοές αυτές, αλλά σκοπεύουμε  να λάβουμε τις κατάλληλες  άδειες  για την έρευνα τους ώστε να αξιολογηθούν.

    Μια παρένθεση

     

    Στην τοπική εφημερίδα  όπου πρώτη φορά διαβάσαμε για την «ανακάλυψη» των στοών από την Αρχ. Υπηρεσία, αναφερόταν ότι οι γερμανοί πιλότοι τις χρησιμοποιούσαν σαν καταφύγιο κατά την διάρκεια βομβαρδισμών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλωστε οι γερμανοί όπως προέκυψε από την ιστορική έρευνα, ήταν άριστοι γνώστες της εκμετάλλευσης των υπογείων κατασκευών, όπως για παράδειγμα η υπόγεια ναυτική βάση στην Σούδα της Κρήτης αλλά ιδιαίτερα στον –κατά πολλούς περιηγητές- “Λαβύρινθο”  στην Γόρτυνα του Ν. Ηρακλείου.

    Ας μας επιτραπεί μια μικρή αλλά σχετική αναφορά στο μνημειώδες αυτό υπόγειο έργο, τον «Λαβύρινθο». Το συνολικό μήκος των στοών του  υπολογίζεται ότι ήταν 12,5km (προπολεμικά πριν ανατινάξουν μέρος του οι γερμανοί το 1944)  συνθέτοντας ένα δαιδαλώδες δίκτυο, που σύμφωνα με τους περισσότερους περιηγητές αποτελούνταν από φυσικές αλλά και τεχνητές αίθουσες. Για περισσότερο από έξι αιώνες  υπήρξε το σπουδαιότερο αρχαιολογικό μνημείο της Κρήτης και μέχρι τα τέλη του 19ου αι. θεωρούνταν ως ο αυθεντικός Λαβύρινθος. Μετά την ανακάλυψη του ανακτόρου της Κνωσού από τον A. Evans το 1900, όπως ήταν αναμενόμενο το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε, με αποτέλεσμα να υπάρξει αμφισβήτηση για την ταύτιση του συγκεκριμένου συμπλέγματος με τον Λαβύρινθο. Παράλληλα καλλιεργήθηκε η άποψη, ότι το ίδιο το  ανάκτορο της Κνωσού ήταν ο πραγματικός Λαβύρινθος, με αποτέλεσμα να γίνει αποδεκτή στην πλειοψηφία των σύγχρονων αρχαιολόγων. Η τελευταία αυτή εγκατάσταση παρά της πολύχρονες αλλά δυστυχώς όχι αναίμακτες προσπάθειες του στρατού και ιδιωτών, ακόμη περιέχει μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών υλών, μια και η όλη προσπάθεια είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη και ασύμφορη πλέον. Αποτελούσε για τον γερμανικό στρατό την μεγαλύτερη αποθήκη υλικών του, με απόθεμα περίπου 300.000 τόνων σε πυρομαχικά, οπλισμό και ιματισμό! Είχαν τοποθετηθεί σιδηροδρομικές ράγες για την μεταφορά των φορτίων στα απομακρυσμένα σημεία και οι στοές του διέρχονταν κάτω από αρκετά χωριά (Πλούτη, Μωρόνη, Μοίρες, Καστέλι). Κατά την επανάσταση 1822-1828 μεγάλο πλήθος Κρητικών βρήκε σε αυτό καταφύγιο για τρία χρόνια!

    Για να κλείσω την παρένθεση θέλω να σημειώσω ότι η εγκατάλειψη ενός τέτοιου μνημείου, που αποτέλεσε σημαντικό αξιοθέατο για πολλές εκατονταετίες, οδήγησε στην σταδιακή κατάρρευση του. Η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρία έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον της με δύο αποστολές την πρώτη το 1981 (Ν. Λελούδας, Κ.Ζούπη, Δ. Μορφιαδάκη, Π. Ρωμανά) και την δεύτερη το1985 (Α. Πετροχείλου, Ν. Λελούδας, Χ. Νικολάου, Ε. Καλογεράκης) εξερευνώντας και χαρτογραφώντας ολοκληρωτικά το σπήλαιο. Ακολούθησαν πολλές ομάδες και σύλλογοι στα επόμενα χρόνια χωρίς όμως σημαντικές διαφοροποιήσεις στις παρατηρήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αμέσως προηγούμενη συστηματική χαρτογράφηση έγινε το 1817 από τον F.W. Sieber (Αυστριακός ιατρός & βοτανολόγος) και η σύγκριση τους έδειξε ότι έχει απομείνει το μισό σχεδόν σπήλαιο από τις  καταστροφές και τις κατολισθήσεις! Εκφράζονται φόβοι από σχετικούς με το θέμα ερευνητές, ότι είναι ήδη αργά για την προστασία του, παρά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού  δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία:

    «…το γερμανικό κράτος υποχρεώνεται να καθαρίσει τον Λαβύρινθο από τα εναπομείναντα πυρομαχικά, οπότε ίσως έτσι ανοίξει ο δρόμος για μια σταδιακή έστω αποκατάσταση αυτού του χώρου, στον οποίο ο θρύλος  συναντάται με την ιστορία…». Την διαδικασία αυτή, ξεκίνησε το 1997 ο δήμαρχος των Μοιρών κος Γ. Αρμουτάκης και κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα για την σταδιακή έστω αποκατάσταση του μνημείου και μελλοντικά την τουριστική του αξιοποίηση. Νομίζω ότι για την πράξη του αυτή του αξίζουν τα εύσημα και πρέπει να γίνει το παράδειγμα όλων μας[2]. Μια ακόμη γέφυρα με το παρελθόν μας γκρεμίζεται μέρα με την μέρα, στερώντας μας την γνώση για την μακρά και πλούσια ιστορία μας.

     

     

     

    Εν κατακλείδι……..

    Επιστρέφοντας στο μνημείο του τελωνίου που βέβαια δεν έχει το μυστήριο και την ιστορία του Λαβύρινθου, αλλά είναι ένα κομμάτι της δικιάς μας ύπαρξης μέσα στους αιώνες, καταθέτουμε με φειδώ τις σκέψεις μας.

    Πρέπει να τύχει προστασίας και μελέτης από τους φορείς που νόμιμα μπορούν να εμπλακούν (αρχ. Υπηρεσία, σπηλαιολογικές ομάδες, εφορία Παλαιοανθρωπολογίας- Σπηλαιολογίας Β. Ελλάδος και άλλοι αρμόδιοι φορείς). Ίσως να αποκαλυφθούν σημαντικά στοιχεία για την ζωή και το έργο όχι μόνο των μακρινών προγόνων μας, αλλά και των σύγχρονων. Η πιθανότητα το μνημείο αυτό να υφίσταται για πολλούς αιώνες και το αποδεδειγμένο γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα (Β’ Π.Π.) χρησιμοποιούνταν, αυξάνει το ενδιαφέρον και σαφώς του προσδίδει κάποια βαρύτητα επιπλέον. Γιατί; Πολύ απλά για την χρήση του σε συνέχεια χρόνου, αφού δεν εγκαταλείφθηκε σχεδόν ποτέ. Από την επιστημονική του μελέτη, ίσως να προκύψουν πληροφορίες σημαντικές και πάνω από όλα διαχρονικές για την ιστορική μας πορεία.  Ας μην αγνοούμε το γεγονός ότι δεν πρόκειται για «άλλο ένα τούνελ» αφού η ίδια η θέση του στο χώρο του λιμανιού το τοποθετεί σε ανώτερη κλίμακα.

    Κανείς μας την στιγμή αυτή, δεν μπορεί να γνωρίζει αν αποτελέσει –γιατί όχι- τουριστικό αξιοθέατο στο μέλλον και αφού πρώτα διανοιχτούν και οι υπόλοιπες σφραγισμένες στοές. Ίσως αν αποκαλυφθεί σε όλο του το μήκος το δίκτυο τους (εάν υπάρχει) να αποτελέσουν θέλγητρο όχι μόνο για τους φίλους του υπόγειου κόσμου, αλλά και τον μέσο τουρίστα. Σε αυτό συνηγορεί και το σημείο που βρίσκονται, στην καρδιά της πόλης, δίπλα στον ιστορικό οικισμό.  Ας ευχηθούμε λοιπόν να έχει την τύχη που θα έπρεπε σε οποιοδήποτε μνημείο της ιστορίας μας.

     

    [1][1] «Η παλιά πόλη της Καβάλας – ο χώρος, οι άνθρωποι, τα τεκμήρια της ιστορίας» σελ. 211, τόμος ΙΙ, εκδόσεις Εξωραϊστικός Πολιτιστικός Σύλλογος Παναγίας «Το Κάστρο», Α’  έκδοση 2005.

    [2] Πληροφορίες για τον Λαβύρινθο από το περιοδικό Τρίτο Μάτι- τεύχ. 125 Αυγ.04


    Δημοσιεύτηκε στις 0

    Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.