Χρονόμετρο
Xristos Gakis

    Θεοί, ημίθεοι και μυθικοί βασιλιάδες, στη μυθολογία της περί το Παγγαίο Όρος χώρας

    Δημοσιεύτηκε στις

    «Ου γαρ ες ταυτόν ποτε, έτ’ εισιν ουδέ μητρός όψεται δέμας, κρυπτός δ’ εν άντροις της υπαργύρου χθονός, ανθρωποδαίμων κείσεται βλέπων φάος, Βάκχου προφήτης ώστε Παγγαίου πέτραν ώκησε σεμνός τοίσιν ειδόσιν θεός». (Ευρυπίδη ΡΗΣΟΣ, στίχοι 967 επόμ.)

     

     

    Του Θόδωρου Δημοσθένους Λυμπεράκη

    Δικηγόρος Καβάλας

     

    Αφορμή για την αναδρομή μου αυτή στους αρχαίους μύθους και τους θρύλους του Παγγαίου αποτέλεσε το γεγονός ότι κι εγώ, σαν Έλληνας και σαν Παγγαιορείτης,  παρακολουθώ καθημερινά με μεγάλο ενδιαφέρον την ανασκαφή στον μεγάλο τύμβο του λόφου Καστά, στην περιοχή της Αμφίπολης. Πιο πολύ μ’ εντυπωσίασε το γεγονός πως το μνημείο που καθημερινά αποκαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει την γνωστή μέχρι σήμερα μορφή των μακεδονικών τάφων, αλλά φαίνεται σαν ν’ αντιγράφει κάποιο λατρευτικό σπήλαιο του Παγγαίου, σαν εκείνο στο οποίο ο Ευρυπίδης τοποθέτησε τον μυθικό βασιλιά των θρακών του Παγγαίου, τον Ρήσο, στην ομώνυμη τραγωδία του, στους στίχους που, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, έβαλα ως προμετωπίδα του πονήματός μου αυτού. Ο προβληματισμός μου, λοιπόν, μήπως κάτω από τον μεγάλο τύμβο της Αμφίπολης, με τις σφίγγες που προλέγουν τα μελλούμενα, εκτός από τον τάφο κάποιου επιφανέστατου άνδρα, κρύβεται και κάποια αρχαιότερη, σπηλαιική  λατρεία, με ωθεί  στο να εντρυφήσω στους αρχαίους αυτούς μύθους και θρύλους του Παγγαίου, τους γεμάτους από θεούς και βασιλιάδες, ημίθεους και προφήτες, που οι Θράκες λάτρευαν συνήθως σε σπήλαια του ιερού όρους τους ή στις ψηλότερες κορφές του, όπου είχαν το μαντείο του Διονύσου – Σαβαζίου, στο οποίο, μάλιστα, γυναίκα ήταν εκείνη που προέβλεπε τα μελλούμενα, («πρόμαντις», σύμφωνα με τον Ηρόδοτο).

    Οι αρχαίοι μύθοι συνδέονταν πάντοτε άρρηκτα με το φυσικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Έτσι, ήταν ολότελα φυσικό, το Παγγαίο όρος και ο ποταμός Στρυμών, οι δύο πηγές ασύγκριτου πλούτου για όλους όσοι κατοικούσαν γύρω τους, να βρίσκονται στον πυρήνα πάμπολλων μύθων, τους οποίους θα προσπαθήσω να σας περιγράψω, παραθέτοντας όσο γίνεται λιγότερα ιστορικά στοιχεία και, οπωσδήποτε, χωρίς να μετατρέψω αυτό το μικρό πόνημα σε κείμενο ιστορίας ή θρησκειολογίας.

    Πολύ πριν από την άφιξη των Ελλήνων στην Ελλαδική χερσόνησο και συνακόλουθα και στην περιοχή του Παγγαίου, κατοικούσαν εδώ οι προέλληνες, λεγόμενοι αλλιώς και Πελασγοί, για την ύπαρξη των οποίων και στην περιοχή μας μίλησε ο Αισχύλος σ’ ένα θαυμάσιο χορικό της τραγωδίας του ΙΚΕΤΙΔΕΣ, (στίχ. 249 επ.), ως εξής:

    Του γηγενούς γαρ είμ’ εγώ παλαίχθονος

    ίνις Πελασγός, τήσδε γης αρχηγέτης,

    εμού δ’ άνακτος ευλόγως επώνυμον

    γένος Πελασγών τήνδε καρπούται χθόνα,

    και πάσαν αίαν, ης δι’ αγνός έρχεται Στρυμών…»

    (Και σε νεοελληνική απόδοση: Εγώ είμαι ο Πελασγός, γιος του ντόπιου, αρχαίου κατοίκου αυτής της χώρας και ηγέτης της. Σωστά από μένα τον βασιλιά του πήρε τ’ όνομά του το γένος των Πελασγών, που καρπώνεται αυτήν εδώ τη χώρα. Και διαφεντεύω ολάκερη τη χώρα που εκτείνεται προς τα δυτικά, μέσα από την οποία κυλάει τα νερά του ο αγνός Στρυμόνας).

    Ήταν όμως το μέγα έθνος των Θρακών εκείνο που κατείχε ακόμη κι από τα προϊστορικά χρόνια, πέρα από άλλες περιοχές κι ολόκληρη την μεταξύ του Νέστου και του Στρυμόνα περιοχή και, κατά συνέπεια και το Παγγαίο, που μέχρι την εποχή του βασιλιά των Μακεδόνων Φιλίππου του Β’ εθεωρείτο Θράκη.

    Στα πρώτα ιστορικά χρόνια (7ο και 6ο αι. π.Χ.) το θρακικό αυτό έθνος κυριαρχεί στην γύρω από το Παγγαίο περιοχή των σημερινών Νομών Σερρών και Καβάλας, αναμεμειγμένο με υπολείμματα των παλαιών φύλων των Φρυγών και των Παιόνων, ενώ την ίδια εποχή, στα παράλια αρχίζουν ήδη να ιδρύονται οι πρώτες Ελληνικές αποικίες, η Νεάπολις των Θασίων και οι παράλιες πόλεις της Θασιακής Περαίας ή Ηπείρου.

    Στα πρώτα, έτσι, ιστορικά χρόνια, ένα φυλετικό και γλωσσικό μωσαϊκό, με κυρίαρχα τα θρακικά φύλα συνωστίζεται γύρω από το Ιερό Όρος της αρχαιότητας κι ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι, πέρα από το μεγάλο πλεονέκτημα που της παρείχε η θαυμάσια από γεωγραφική άποψη θέση της, αυτή η προνομιούχα περιοχή είχε κατά τους αρχαίους χρόνους εξαιρετικά πλούτη. Τα προϊόντα όμως που παρήγε η εύφορη γη της και τ’ απέραντα δάση της, δεν ήταν τίποτε συγκρινόμενα με τους θησαυρούς των ορυχείων της. Για αιώνες τα πλούσια μεταλλεία του Παγγαίου παρείχαν σε μεγάλη αφθονία τον χρυσό και τον άργυρο, για να κάνουν τον μεν Στράβωνα να πει ότι «πλείστα μέταλλά εστι χρυσού εν ταις Κρηνίσιν, όπου νυν Φίλιπποι πόλις ίδρυται, πλησίον του Παγγαίου όρους. Και αυτό δε το Παγγαίον χρυσεία και αργυρεία έχει μέταλλα, και η πέραν και η εντός του Στρυμόνος ποταμού μέχρι Παιονίας. Φασί δε και τους την Παιονίαν γην αρούντας ευρίσκειν χρυσού τινα μόρια», τον δε Ευρυπίδη, στην τραγωδία του “ΡΗΣΟΣ” να ονομάσει το Παγγαίο, «όρος με τους όγκους χρυσού, του οποίου η γη κρύβει άργυρο».

    Προτού, όμως, αρχίσω την περιήγησή μου στη γοητευτική μυθολογία της πλούσιας χώρας γύρω από το Παγγαίο και τον ποταμό Στρυμόνα, θα σας μεταφέρω όσα έγραφε στο έτος 1910 ένας μεγάλος μελετητής και βαθύς γνώστης της ιστορίας, της θρησκείας και των θρύλων του, ο Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής της αρχαιολογίας και της ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Νανσύ, στη Γαλλία, Paul Perdrizet, στην εισαγωγή του συγγράμματός του με τίτλο “Cultes et mythes du Pangee” (Λατρείες και Μύθοι του Παγγαίου), το οποίο εξέδωσε στη Γαλλία: «Αρκετές φορές, βλέποντας πάνω από τον Στρυμονικό κόλπο να διαγράφεται στα δύο άκρα του ορίζοντα, από τη μια η κωνική σιλουέτα του Αθωνα κι από την άλλη η κορυφή του Παγγαίου, αναρωτήθηκα ποιό από τα δύο βουνά δικαιούται καλύτερα να πάρει στην παγκόσμια ιστορία το όνομα «Άγιον Όρος». Διότι, αν η πολιτεία των Αγιορειτών Μοναχών είναι ένα μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο πνευματικού εξαγνισμού, το Παγγαίο περιλαμβάνεται ανάμεσα σε κείνες τις ιερές κορυφές απ’ τις οποίες ξεχύθηκαν προς τον αρχαίο κόσμο μυστικιστικές λατρείες και θρησκευτικές ζύμες, που την επίδραση τους, όσο κι αν αυτή δεν μπορεί εύκολα να μετρηθεί, δεν θα την αρνηθεί ποτέ κανείς’.

    Δεν μπορώ επίσης να μη σας κάνω κοινωνούς της μεγάλης αγάπης που είχε για το Παγγαίο ο αείμνηστος Δημήτριος Λαζαρίδης, Έφορος Αρχαιοτήτων στην Καβάλα και πρώτος ανασκαφέας της Αμφιπόλεως, την οποία αγάπη εξέφρασε ποιητικότατα, γράφοντας γι’ αυτό το όρος στα ΧΡΟΝΙΚΑ της Καβάλας το 1979:  «Από τα πιο όμορφα βουνά της Ελλάδος, το Παγγαίο, απ’ όπου κι αν το δει κανείς, υψώνεται γεμάτο μεγαλείο προς τα ύψη, αιώνιο κι ακατάλυτο από τον χρόνο, με όγκους γεμάτους πλαστική έκφραση, με καμπύλες και τόνους που συνθέτουν αρμονία, με χρώματα όλο ευαισθησία και ποίηση. Κι οι κορυφές του καθώς προβάλλονται στη γαλάζια απεραντοσύνη του ουρανού, άλλοτε μενεξεδένιες, ρόδινες ή γεμάτες χρυσάφι, άλλοτε χιονισμένες ολόλευκες κι άλλοτε πάλι σκεπασμένες από βαριά σύννεφα, είναι γεμάτες μυστήριο κι ασκούν μιαν υποβλητική επίδραση στην ανθρώπινη ψυχή. Κι από τις κορυφές αυτές ξεχύνονται δάση από οξυές, έλατα, καστανιές, πλατάνια και δρύς, που σκεπάζουν πλαγιές και ρεματιές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως εδώ ακριβώς στα πολύ παλιά χρόνια συγκροτήθηκαν οι πρώτοι διονυσιακοί θίασοι με τις έξαλλες μαινάδες και τους γεμάτους ζωώδη δύναμη σατύρους, που στο χορό και στην έκσταση ζήτησαν τη λύτρωση και την επικοινωνία με το θεό. Κι ακόμη, ότι στο βουνό αυτό πλάστηκαν οι πιο παλιές δοξασίες για την αθανασία της ψυχής. Πιο υπέροχο, πιο θείο φυσικό σκηνικό δεν θα μπορούσε να ζητήσει πουθενά αλλού ο μεγάλος θεός της Θράκης, ο Διόνυσος».

    Στην ελληνική μυθολογία το Παγγαίο όρος αρχικά ονομαζόταν Καρμάνιον, για να ονομαστεί «Παγγαίον» από τον Παγγαίο, γιο του θεού Άρη και της Κριτοβούλης, ο οποίος, μη μπορώντας ν’ αντέξει τις τύψεις της συνειδήσεώς του, για την αιμομιξία που άθελά του διέπραξε με την θυγατέρα του, αυτοκτόνησε πάνω στο όρος αυτό, όπως για όλα αυτά μας ενημερώνει η Γεωγραφία περί Θράκης του Μελετίου, αλλά πριν απ’ αυτήν ο (ψευδο)πλούταρχος, στο έργο του «De fluviis» (δηλ., περί ποταμών), όπου γράφει επί λέξει: «Όρος δ’ αυτώ παράκειται Παγγαίον, την προσηγορίαν έχον την αιτίαν τοιαύτην. Ο Παγγαίος, Άρεως και Κριτοβούλης παις, τη θυγατρί κατ’ άγνοιαν συγγενόμενος, αθυμία συσχεθείς, έδραμεν ες Καρμάνιον όρος και δια λύπης υπερβολήν, σπασάμενος το ξίφος, εαυτόν ανείλε. Κατά δε πρόνοιαν θεών, ο τόπος μετωνομάσθη Παγγαίος».

    Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ερμηνεία του ονόματος του Παγγαίου, τέλος, δίνει ο Πλίνιος (VII, 57), όταν αναφέρει ότι ο Φοίνικας Κάδμος, που πρώτος ανακάλυψε τα πολύτιμα μέταλλα του Παγγαίου, έδωσε το όνομα αυτό από τη φοινικική λέξη paga, που θα πει συνάντηση ή συνένωση (λαών, μεταλλουργών;).

    Συνεχίζεται, με την παρουσίαση του θεoύ Διονύσου.


    Δημοσιεύτηκε στις 0

    Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.