Χρονόμετρο

    Χρονικό των Οχυρών – Μέρος Γ’

    Δημοσιεύτηκε στις

    Γράφει ο Βαρυπάτης Στυλιανός

     

    (οι αναφερόμενες ημερομηνίες είναι σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο )

    Ιούλιος 1916: Αντιμέτωποι με τη   γερμανοβουλγαρική απειλή, οι διοικητές του Δ’ΣΣ και του Φρουρίου Καβάλας, ζήτησαν οδηγίες από το Υπουργείο Στρατιωτικών για το ενδεχόμενο εισβολής των προαναφερθέντων στρατευμάτων.

    25 Ιουλίου 1916: Ο Υπουργός Στρατιωτικών, Στρατηγός Κων. Καλλάρης, απαντά με διάθεση αντίστασης από την πλευρά της κυβέρνησης, λόγω των διαπραγματεύσεων με τους Συμμάχους, με τα εξής : «Ουδέν οχυρών συνόρων θέλετε παραδώσει εις ουδένα, ούτε θέλετε εκκενώσει άνευ ειδικής ημών διαταγής την οποία θέλετε προκαλέσει, μόνον όταν παρουσιασθή το ζήτημα»

    2 Αυγούστου 1916: Μερικές ημέρες μετά την απόπειρα αντίστασης αλλά και με την αποτυχία συνεννόησης με τους Συμμάχους για εδαφική ακεραιότητα και οικονομική βοήθεια, η Κυβέρνηση αποφασίζει να μην προβάλει αντίσταση και διατάζει το Φρούριο Καβάλας να αποσύρει από τα Οχυρά (με την βοήθεια του Δ’ ΣΣ) τα πυροβόλα και τα πολυβόλα. Ο οπλισμός των οχυρών Λίσσε, Περιθώρι και Τουλουμπάρ μεταφέρθηκε στην Δράμα με πολλές δυσκολίες από το 7ο Σύνταγμα Πυροβολικού στο οποίο είχε ανατεθεί το έργο αυτό.

    4 Αυγούστου 1916: Αρχίζει  η διάβαση των συνόρων από τους Γερμανοβουλγάρους.

    5 Αυγούστου 1916: Το Δ.Σ.Σ. λαμβάνει διαταγή από τον Υ.Σ.   για απόσυρση όλων  των τμημάτων του σώματος αλλά και ολόκληρων φρουρών ερυμάτων (οχυρών) στις έδρες των Μεραρχιών. Σκοπός η αποφυγή οποιασδήποτε προστριβής. Ακόμη υπήρχε εντολή για υποχώρηση της VI Μεραρχίας στις Ελευθερές και της V Μεραρχίας από την Δράμα στην Καβάλα. «Περί Καβάλας, διαταχθήσεται όταν παρουσιασθή ζήτημα. Κοινοποιήσατε προς φρούριον Καβάλας τα αφορώντα αυτό» Μέχρι του σημείου αυτού θέμα για την Καβάλα και τις εκεί οχυρώσεις δεν τέθηκε δια το απλό λόγο ότι το πρόβλημα δεν είχε εμφανιστεί «προ των πυλών» της πόλης.

    7 Αυγούστου 1916: Ο διοικητής του Δ’ ΣΣ συνταγματάρχης Χατζόπουλος  με τηλεγράφημα του στο Υπουργείο στρατιωτικών αναφέρει ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων έχει γίνει εντελώς εχθρική. Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο αναταραχής και ανησυχίας και του πανικού που μεταδόθηκε οι κάτοικοι των Σερρών, της Δράμας και της Χρυσούπολης (Σαρί-Σαμπάν) κατάφυγαν στην Καβάλα. Ο Χατζόπουλος  ζήτησε οδηγίες για την περίπτωση που οι Βούλγαροι αξίωναν να εισέλθουν στην πόλη. Παράκληση του και η βοήθεια από θαλάσσης με την υποστήριξη του Στόλου με διπλό όφελος, την στρατιωτική υπεροχή αλλά και τον εφησυχασμό του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

    10 Αυγούστου 1916: Κατάληψη οχυρών Δ και Ε. Ο Βρετανός Πρόξενος στην Καβάλα αναγγέλλει στον Διοικητή του Σώματος ότι το λιμάνι τελεί υπό αποκλεισμό από τους Συμμάχους. Αυτό σήμαινε τον ανεφοδιασμό μόνο με τις απαραίτητες ποσότητες αλευριού για την σίτιση του στρατού και των πολιτών. Αν οι Βούλγαροι κατελάμβαναν τα οχυρά της περιοχής, θα διέκοπταν ακόμη και αυτή τη βασική διανομή. Το τηλεγράφημα που έστειλε ο Συνταγματάρχης Χατζόπουλος στην Κυβέρνηση, ζητώντας οδηγίες, δεν πρόλαβε να απαντηθεί. Την ίδια κιόλας μέρα οι Βούλγαροι κατέλαβαν τα οχυρά Δ και Ε.

    11 Αυγούστου 1916: Κατάληψη οχυρών I,Z, και Η. Ο Βρετανός πρόξενος ειδοποιεί ότι σε περίπτωση που οι Βούλγαροι καταλάβουν τα παράκτια οχυρά ή τα επάκτια πυροβολεία της Καβάλας, θα βυθίζονται όλα τα σκάφη μεταξύ των εκβολών του Νέστου και του Στρυμόνα.  Την ίδια ημέρα οι εχθρικές δυνάμεις έφθασαν ως την Ελευθερούπολη, κατέλαβαν τα γύρω υψώματα και ταυτόχρονα δημιούργησαν ασφυκτικό κλοιό με την κατάληψη του αυχένα Σταυρουπόλεως και των οχυρών Ι, Ζ και Η. Επιπλέον αξίωσαν την κατάληψη και των τελευταίων οχυρών Α, Β και Γ.

    12 Αυγούστου 1916: Κατάληψη οχυρών Α,Β και Γ. Ο Συνταγματάρχης Χατζόπουλος, αντιλαμβανόμενος τον άμεσο κίνδυνο υποσιτισμού και γνωρίζοντας τη δυσμενή θέση του Ελληνικού Στρατού, αναγκάσθηκε να ζητήσει τον επισιτισμό της πόλης από τη Δράμα κατόπιν συνεννόησης με τους Βουλγάρους και να παραδώσει και τα “τελευταία σύνορα’’ όπως προαναφέραμε.

    Δυστυχώς δεν μπορούν να μας δώσουν καμιά πληροφορία, παρόλο που είναι μόνιμοι κάτοικοι των λόφων αυτών.

    Δυστυχώς δεν μπορούν να μας δώσουν καμιά πληροφορία, παρόλο που είναι μόνιμοι κάτοικοι των λόφων αυτών.

     

    Η κοιλάδα της Ν. Καρβάλης  και του Χαλκερού όπως φαίνεται από το οχυρό Γ. Η προσβολή οποιουδήποτε στόχου, ακόμη και θαλάσσιου, ήταν εφικτή.

    Η κοιλάδα της Ν. Καρβάλης και του Χαλκερού όπως φαίνεται από το οχυρό Γ. Η προσβολή οποιουδήποτε στόχου, ακόμη και θαλάσσιου, ήταν εφικτή.

     

    Τμήμα χάρτη του 1904 με αναφορά στο Buyuk Tabya Tepeci (Μεγάλο Οχυρό του Λόφου). Πιστεύουμε ότι η αρχική χρήση της θέσης  είναι κατά πολύ παλαιότερη.  Η περιοχή παρέμεινε οχυρωμένη μέχρι και τον Β’ΠΠ.

    Τμήμα χάρτη του 1904 με αναφορά στο Buyuk Tabya Tepeci (Μεγάλο Οχυρό του Λόφου). Πιστεύουμε ότι η αρχική χρήση της θέσης είναι κατά πολύ παλαιότερη. Η περιοχή παρέμεινε οχυρωμένη μέχρι και τον Β’ΠΠ.

     

    Γραμμή μάχης χαμηλά στην ανατολική πλευρά του οχυρού Γ.

    Γραμμή μάχης χαμηλά στην ανατολική πλευρά του οχυρού Γ.

    Η παράδοση των οχυρών ήταν πλέον μια πραγματικότητα. Σχεδόν αμαχητί παραδόθηκαν στους Βουλγάρους πριν προλάβουν να προσφέρουν έστω και λίγα στην άμυνα της πόλης. Η 13 Αυγούστου 1916 ήταν η τελευταία μέρα που η ελληνική σημαία κυμάτιζε στις κορυφές των βουνών της Καβάλας, ακριβώς έναν μήνα μετά από τις διαταγές του Υ.Σ. Στρατηγού Κ. Καλλάρη ότι «ουδέν οχυρών συνόρων θέλετε παραδώσει εις ουδένα»!

     

    Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί εγκατέλειψαν τα βόρεια υψώματα της Καβάλας στις 6 Σεπτεμβρίου 1916, «…έτσι, η φρουρά της Καβάλας περιορίστηκε μέσα στην πόλη, χωρίς καμία δυνατότητα άμυνας…»  Την απαίτηση για εκκένωση, προέβαλλαν ο διοικητής της 10ης Μεραρχίας του Βουλγαρικού Στρατού, Συνταγματάρχης Μπούρμωφ και ο Γερμανός Υπολοχαγός Σμιτ στον διοικητή του Δ’ ΣΣ Η δικαιολογία ήταν η δυνατότητα άμυνας των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων σε περίπτωση επίθεσης των Συμμάχων. Η άρνηση από την ελληνική πλευρά, θα θεωρείτο ως μη φιλική ενέργεια.

     

    Το Δ’ Σώμα Στρατού παραδόθηκε και μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1916 είχε μεταφερθεί σιδηροδρομικώς «φιλοξενούμενο» στο Γκέρλιτς της Γερμανίας (κοντά στα σύνορα με την Πολωνία). Περίπου 8.000 οπλίτες και 200 αξιωματικοί βρέθηκαν εκεί μέχρι το τέλος του Α΄ΠΠ. Δυστυχώς μεταξύ αυτών που πέθαναν κατά την αιχμαλωσία ήταν και ο Συνταγματάρχης Χατζόπουλος (5-4-1918),  που παρά τις προσπάθειες του δεν μπόρεσε να αποτρέψει την παράδοση του Δ’ΣΣ. Την ίδια τύχη είχαν λίγο νωρίτερα και τα οχυρά του Ρούπελ (27-5-1916) που επίσης παραδόθηκαν χωρίς μάχη. Τα οχυρά της Καβάλας όμως, δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ανταποδώσουν την ντροπή στους κατακτητές όπως το Ρούπελ που δοξάστηκε κατά τον Β΄Π.Π. αναδεικνύοντας την αυταπάρνηση και την πίστη των ελλήνων στην πατρίδα τους.

     

    Επίλογος   

    Λήθη στα πέτρινα χρόνια   Απομεινάρια τώρα μιας άλλης εποχής, τα οχυρά της Καβάλας στέκουν βουβά στις κορυφές των λόφων, λησμονημένα και καταδικασμένα στο πέρασμα του χρόνου. Σε λίγα χρόνια η ίδια η φύση θα τα περάσει στην άγνωστη Ιστορία μας, καλύπτοντας τα έως ότου κάποιοι άλλοι τα αναζητήσουν. Λίγοι σήμερα γνωρίζουν ακόμη και την ύπαρξη τους, παρά την παρουσία τους επί σχεδόν έναν αιώνα γύρω από την πόλη. Αποτέλεσαν σημαντικά σημεία άμυνας και στις δύο βουλγαρικές κατοχές και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 40 είχαν πλέον χαθεί από την μνήμη των ντόπιων. Ίσως και εμείς σήμερα να πράτταμε το ίδιο έχοντας θλιβερές μνήμες από την περίοδο αυτή. Αν όμως τα βλέπαμε με ιστορική ματιά, θα μπορούσαν ακόμη και να αποτελέσουν σημεία επίσκεψης για τους φίλους της ιστορίας και ιδιαίτερα της πρόσφατης. Είναι η θέση τους τέτοια, στην κορυφή των λόφων, με την υπέροχη πανοραμική θέα και την πλούσια βλάστηση, που κόβει την ανάσα. Σήμερα αναψυχή και γνώση, κάποτε φόβος και αγωνία, το ίδιο μέρος διαφορετικά συναισθήματα. Αν δεν αναδειχτούν, αν δεν τους δοθεί η θέση που τους αξίζει στην μνήμη μας σαν τους «παππούδες» των μεγάλων οχυρώσεων του 1940, χάνεται ένα κομμάτι της ιστορίας μας, ένας κρίκος με το παρελθόν. Αυτοί που πιστεύουν ότι μόνο τα ιδιαίτερα μνημεία αξίζει να μνημονευθούν πιστεύω ότι σφάλουν, το παραμικρό στοιχείο μπορεί να είναι σημαντικό γιατί αποτελεί την συνέχεια μιας σειράς άλλων, που όλα μαζί δίνουν την πλήρη εικόνα. Ας μην είμαστε λοιπόν «επιλεκτικοί» στην διατήρηση των ιστορικών στοιχείων και ας προσπαθήσουμε ο καθένας με τον τρόπο του να προσθέσει μια πληροφορία έστω και φαινομενικά ασήμαντη, γιατί ποτέ δεν γνωρίζουμε την πραγματική σημασία της. Στις περιπλανήσεις μας στις κορφές αυτές, πάντα καταλήγουμε σε μια ευχή: ’’καλή τύχη στην λίθινη πανοπλία που για αιώνες μας προστάτεψε από τους εχθρούς…..’’            

    Τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο, θέλω να ευχαριστήσω τους φίλους και συνοδοιπόρους Θ. Λυμπεράκη, Γ. Λεπίδα, Κ. Λεμπιδάκη, Γ. Μιχαηλίδη, Σ. Καρακολίδου, Ν. Θεοδωρίδη για την βοήθεια τους κατά την έρευνα και τη συντροφιά τους κατά τις ‘’αποδράσεις’’.

    Παραπομπές   13.   “Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στον Α΄Π.Π. 1914-1918” Γ.Ε.Σ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1993, σελ.99

     

    Ότι απέμεινε από το στρατιωτικό κτήριο (οχυρό Γ).

    Ότι απέμεινε από το στρατιωτικό κτήριο (οχυρό Γ).


    Ότι απέμεινε από το στρατιωτικό κτήριο (οχυρό Γ).

    Ότι απέμεινε από το στρατιωτικό κτήριο (οχυρό Γ).


    Τμήμα του δρόμου που οδηγεί στα οχυρά, με ισχυρή υποστήριξη. Ακόμη και σήμερα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και με μικρές βελτιώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

    Τμήμα του δρόμου που οδηγεί στα οχυρά, με ισχυρή υποστήριξη. Ακόμη και σήμερα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και με μικρές βελτιώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί.


    Πολυβολείο μεταγενέστερο του 1914, που προδίδει την επαναχρησιμοποίηση του οχυρού Γ.

    Πολυβολείο μεταγενέστερο του 1914, που προδίδει την επαναχρησιμοποίηση του οχυρού Γ.


    Δημοσιεύτηκε στις 0

    Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.